Θα’ θελα να γράψω κάτι εδώ …. ένα εισαγωγικό σημείωμα, όπως λέγεται, που να εξηγεί τους λόγους ύπαρξης αυτού του blog, αλλά δυσκολεύομαι γιατί ο λόγος είναι μόνο ένας … η ανάγκη για ένα παράθυρο στον κόσμο, για να μοιραστεί, έστω και λίγο, έστω για λίγο, ο φόβος που κυριαρχεί σα φάντασμα πάνω από τις ζωές μας.
Σ’ αυτό τον κόσμο που:

 προσπαθεί να έχει, ακόμα, αντοχές για θετικές σκέψεις (και οι αρνητικές, σαφώς και είναι αναγκαίες και κάποιες φορές μπορεί να είναι και βοηθητικές, αρκεί να μην είναι τελεσίδικα αδιέξοδες!)

θέλει και παλεύει να ζει ουσιαστικά, με νόημα όσο είναι ζωντανός και υγιής

είναι ανοιχτός για άλλες οπτικές, στα στεγανά του, που τον παιδεύουν

έχει διάθεση να ωριμάσει και να κάνει, έστω, μια δεύτερη σκέψη σε σχέση με την προσωπική του ευθύνη σε ότι του συμβαίνει

έχει σεβασμό και νοιάξιμο για τον συνάνθρωπο, παλεύοντας τον ατομικισμό που καλλιεργείται και που όλοι “τσιμπάμε” γιατί φοβόμαστε και είτε “κλείνουμε” είτε γινόμαστε επιθετικοί

αναγνωρίζει ότι αυτό που πλασάρεται μαζικά δεν είναι απαραίτητα και αληθές

θυμάται που και που, όταν δυσκολέψουν τα πράγματα, ότι μπορεί η αγάπη να μην αρκεί αλλά είναι απολύτως αναγκαία

προσπαθεί να συνεχίσει να ονειρεύεται κόντρα στον καιρό

ψάχνει για την όποια δική του μοναδική, προσωπική αλήθεια

Γράφει ο Έρμαν Έσσε στο “Σκέψεις – Δοκίμια”: “Το ν΄απαιτεί ένας άνθρωπος πολλά από τον εαυτό του είναι κάτι που το καταλαβαίνω και το επιδοκιμάζω· αλλά η προσπάθεια του να επεκτείνει αυτή την απαίτηση και στους άλλους και να κάνει τη ζωή του έναν ‘αγώνα’ για το καλό, είναι κάτι για το οποίο δεν μπορώ παρά να αποφύγω να εκφέρω γνώμη, επειδή για μένα δεν έχει καμμιά αξία ο αγώνας, η δράση ή η αντίδραση. Πιστεύω ότι κάθε προσπάθεια που γίνεται για ν’ αλλάξει ο κόσμος οδηγεί στον πόλεμο και στη βία. Δεν μπορώ να περάσω σε κανενός είδους στρατόπεδο, επειδή δεν επιδοκιμάζω τις έσχατες συνέπειες μιας τέτοιας στάσης και επειδή θεωρώ την αδικία και την κακότητα αυτού του κόσμου ως αθεράπευτες.
Αυτό που μπορούμε και θα έπρεπε ν’ αλλάξουμε είναι ο εαυτός μας: την ανυπομονησία μας, τον εγωϊσμό μας (συμπεριλαμβανομένου και του πνευματικού εγωϊσμού), την αντίληψή μας της προσβολής, την έλλειψή μας της αγάπης και της επιείκιας. Θεωρώ κάθε άλλη προσπάθεια αλλαγής του κόσμου, ακόμα και με τις καλύτερες των προθέσεων, ως μάταιη.”

Από ψυχολογικής πλευράς, αφού ο εγκέφαλος συντηρεί προκαταλήψεις για τη φυλή, πρέπει να έχει κάποιους σοβαρούς λόγους. Αν και δεν υπάρχει σαφής επιστημονική εξήγηση ακόμα, υπάρχουν αρκετές πιθανές αιτίες.
Πρώτον, οι ρατσιστικές ιδέες μας προστατεύουν από το να γνωρίσουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Αν συγκεντρωθούμε στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, δεν αναγκαζόμαστε να δούμε τα ενδότερα. Αν σκεφτόμαστε ότι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους, ορίζουμε την προσωπική μας αξία σύμφωνα με τις εξωτερικές διαφορές, δε βλέπουμε (ούτε παραδεχόμαστε) τις ομοιότητες και δε γνωρίζουμε βαθιά τον εαυτό μας. Η γνώση του πραγματικού εαυτού είναι τρομακτική, αφού θα βαδίσεις σε άγνωστα μονοπάτια. Το να ζεις αυτόνομα και αυτόβουλα σημαίνει να ζεις χωρίς ταυτότητες και ταμπέλες – και αυτό είναι απειλητικό για το εγώ. Ο ρατσισμός είναι μια ταμπέλα που μας λέει να μην ψάξουμε τι είμαστε εμείς, και δι’ αυτού μας προφυλάσσει.

Μια άλλη θεωρία λέει ότι οι ρατσιστικές ιδέες προστατεύουν από τους φόβους της συγχώνευσης. Αν επικεντρωθούμε στο πώς και πόσο διαφορετικοί είμαστε, δε θα σκεφτούμε τη συγχώνευση με τους άλλους. Αν όμως αναγνωρίσουμε τις ομοιότητές μας, θα πρέπει να διαχειριστούμε μια συνειδητότητα πολύ πιο αχανή από αυτή που νομίζουμε ότι κατέχουμε – κι αυτό είναι τρομακτικό. Το Εγώ συντρίβεται αν συνειδητοποιήσει ότι όλοι είμαστε ένα, ότι όλοι είμαστε το ίδιο και το αυτό. Δείτε τις αυθαίρετες διευθετήσεις στον παγκόσμιο χάρτη. Κοιτάξτε τα σύνορα που φτιάξαμε για να γίνει κάτι δικό μας, παρά την εσώτερη λαχτάρα μας να βγούμε από τα όρια, αποδεχόμενοι ότι στην πραγματικότητα είμαστε ενωμένοι. Κάθε νέο τεχνολογικό εφεύρημα αυτό το στόχο έχει και αυτό επιβεβαιώνει: είμαστε άνθρωποι και ποθούμε την επαφή με ανθρώπους. Το τηλέφωνο, το φαξ, το μέιλ, το Ίντερνετ μας συνδέουν με τους άλλους ανεξαρτήτως αποστάσεως. Όμως το Εγώ στήνει παγίδες, μας κάνει να διαλέξουμε μια εξωτερική διαφορά, επειδή φοβόμαστε την ανωνυμία της συγχώνευσης.

Επίσης οι ρατσιστικές απόψεις μας επιτρέπουν να συνδεόμαστε με άλλα μέλη της ίδιας φυλής. Όταν διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από τους άλλους, σχηματίζουμε ομάδες. Χωρίς αυτές τις υποδιαιρέσεις, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την αυταπάτη ενός κόσμου με σύνορα μόνο στο χάρτη, όχι στην ουσία της ανθρωπιάς. Οι ρατσιστικές ιδέες προσφέρουν λόγους να αισθανόμαστε μέλη της ομάδας. Επίσης, τροφοδοτούν το φόβο της “μόλυνσης” από άλλες φυλές. Εξωτερικά δείχνουμε διαφορετικοί και συχνά έχουμε διαφορετικές κουλτούρες, συνήθειες και ανατροφή. Αντί να καταλάβουμε γιατί η διαφορετικότητα προξενεί τόση δυσφορία, επιλέγουμε σ’ αυτά που έχουμε μάθει και μας κάνουν να νιώθουμε βολικά. Οι φράσεις: “Οι Ινδοί τρώνε κάρι / Οι λευκοί τρώνε μπριζόλα με πατάτες” είναι κατηγοριοποιήσεις. Η σκέψη ότι δε διαχωριζόμαστε σημαίνει για τον μισαλλόδοξο ότι θα συγχωνευτούμε σε βαθμό που η άλλη φυλή θα μας εξαφανίσει – να ο φόβος που ξεφυτρώνει πάλι.

Επιπλέον, η διαφορά μάς δίνει μια αίσθηση ότι κάπου ανήκουμε, γι’ αυτό χωρίζουμε τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Η φυλή, όπως και κάθε άλλη κατηγοριοποίηση, εξυπηρετεί την ανάγκη να οργανώσουμε τα πράγματα έτσι που να τα καταλαβαίνουμε. Οι πιο σκοτεινές εποχές στην παγκόσμια ιστορία (από το απαρχάιντ στη Νότιο Αφρική, μέχρι τη γενοκτονία στη Ρουάντα και το Ολοκαύτωμα του Χίτλερ) προήλθαν από την εμμονή της κατηγοριοποίησης με τη φυλή ή την εθνικότητα και με τη δικαιολογία της εγκαθίδρυσης μιας λιγότερο απειλητικής δημόσιας τάξης. Πιστεύουμε ότι “ξέρουμε” τον εαυτό μας καλύτερα όταν φοράμε ο καθένας την ταμπελίτσα του.

Ο ρατσισμός μπορεί να είναι μια έκφραση της ανθρώπινης ανάγκης για κυριαρχία και δύναμη, αλλά λόγω της διαχωριστικής φύσης του χάνει πολλά: δεν εκμεταλλεύεται τη δύναμη όλων των ανθρώπων. Όταν βλέπουμε τον κόσμο μέσα από ρατσιστικό ή φυλετικό διαχωρισμό και προτιμήσεις, φτιάχνουμε ένα εξωτερικό πλαίσιο στις ομοιότητες. Οι αντιληπτές ομοιότητες ενώνουν τα μέλη μιας ομάδας και δημιουργούν μια απατηλή αίσθηση δύναμης που αγνοεί πόση περισσότερη ισχύ θα υπήρχε αν ενώνονταν όλοι, πέρα από φυλές.

Από το βιβλίο του Σρινιβασάν Σ. Πιλέι με ελληνικό τίτλο: “Νικήστε τους φόβους σας”, εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Ο αγγλικός τίτλος του πρωτότυπου είναι: “Life Unlocked”.  

Η αγάπη έχει και αυτή δύο έννοιες ανάλογα αν τη χρησιμοποιούμε με βάση το έχειν ή το είναι.
Μπορεί κανείς να έχει αγάπη; Αν ήταν στο χέρι μας, θα μετατρέπαμε την αγάπη σε πράγμα, σε κάτι που θα μπορούσαμε να κατέχουμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα σαν “αγάπη”. Η “αγάπη” είναι κάτι το αφηρημένο, ίσως μια θεά ή ένα ξωτικό, αν και κανείς δεν έχει ποτέ δει αυτή τη θεά. Στην πραγματικότητα, αυτό που υπάρχει είναι η πράξη της αγάπης. Το ν’ αγαπά κανείς, είναι μια παραγωγική δραστηριότητα. Κλείνει μέσα της τη φροντίδα, τη γνώση, την ανταπόκριση, τη βεβαίωση, την απόλαυση που προσφέρουν ένα πρόσωπο, ένα δέντρο, ένας πίνακας ζωγραφικής, μια ιδέα. Σημαίνει, να φέρεις κάτι σε ζωή μεγαλώνοντας τη ζωντάνια του/της/του. Είναι μια λειτουργία που ανανεώνει και δίνει διαστάσεις στον ίδιο μας τον εαυτό.

Όταν η αγάπη βιώνεται με βάση το έχειν, κλείνει μέσα της τον περιορισμό, τη φυλάκιση, τον έλεγχο του αντικειμένου που κάποιος “αγαπάει”. Στραγγαλίζει, νεκρώνει, πνίγει, σκοτώνει, στερεί τη ζωή. Αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν αγάπη, είναι μια κακή χρήση της λέξης, που κρύβει την πραγματικότητα: ότι δεν αγαπούν. Πόσοι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους είναι ακόμα συζητήσιμο. Ο Lloyd de Mause αποκάλυψε ότι μέσα στα δύο χιλιάδες χρόνια της ιστορίας της Δύσης, έχουν αναφερθεί τόσο τρομακτικές πράξεις σκληρότητας ενάντια στα παιδιά – φυσικά και ψυχικά μαρτύρια, αδιαφορία, ωμή κτητικότητα και σαδισμός – που θα έπρεπε κανείς να πιστέψει ότι οι φιλόστοργοι γονείς είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους γάμους. Ο γάμος μπορεί να στηρίζεται είτε στην αγάπη είτε – όπως συνέβαινε στους παραδοσιακούς γάμους στο παρελθόν – στην κοινωνική συμβατικότητα και συνήθεια: και στη μιά και στην άλλη περίπτωση το ζευγάρι που πραγματικά αγαπιέται, μοιάζει να είναι η εξαίρεση. Η κοινωνική συμβατικότητα, η συνήθεια, τα κοινά οικονομικά συμφέροντα, το ενδιαφέρον για τα παιδιά, η αμοιβαία εξάρτηση, το μίσος ή ο φόβος, όλα αυτά βιώνονται συνειδητά σαν “αγάπη”. Κι έρχεται μια στιγμή, που ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι ανακαλύπτουν ότι δεν αγαπιούνται, ότι ποτέ δεν είχαν αγαπηθεί. Σήμερα βλέπουμε κάποια πρόοδο σ’ αυτόν τον τομέα: οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο ρεαλιστές, πιο συνετοί και πολλοί καταλαβαίνουν ότι ούτε μια σεξουαλική έλξη σημαίνει αγάπη, ούτε μια φιλική, όχι πολύ στενή, ομαδική σχέση είναι έκφραση αγάπης. Αυτή η καινούργια θέση έχει σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη εντιμότητα στις σχέσεις – καθώς και πιο συχνή αλλαγή συντρόφων. Δεν οδήγησε όμως αναγκαστικά σε μεγαλύτερη συχνότητα αγάπης, και οι καινούργιοι σύντροφοι μπορεί ν’ αγαπιούνται τόσο λίγο όσο και οι παλιοί.

Η αλλαγή από το “πέφτω σε έρωτα” στην αυταπάτη του “έχω” αγάπη, φαίνεται ξεκάθαρα στην ιστορία των ζευγαριών που “έπεσαν σε έρωτα” (Στο βιβλίο Η Τέχνη της Αγάπης υπέδειξα ότι η λέξη “πέφτω” στη φράση “πέφτω σε έρωτα” είναι αντίθετη προς την ίδια τη σημασία της. Αφού η αγάπη είναι μια παραγωγική δραστηριότητα, ένα άτομο μπορεί μόνο να “σταθεί” ή να “περπατήσει” στην αγάπη: δε μπορεί να “πέσει” γιατί το πέσιμο δείχνει παθητικότητα).

Στη διάρκεια της γνωριμίας ενός ζευγαριού, κανένας από τους δύο δεν είναι σίγουρος για τον άλλο, αλλά προσπαθούν ο ένας να κερδίσει τον άλλο. Και οι δύο είναι ελκυστικοί, ζωντανοί, γεμάτοι ενδιαφέρον, ακόμα και όμορφοι – η ζωντάνια πάντα κάνει ένα πρόσωπο όμορφο. Κανένας δεν έχει ακόμα τον άλλο. Έτσι, όλη τους η ενέργεια διοχετεύεται στο να είναι, δηλαδή στο να δώσουν και να κινήσουν το ενδιαφέρον του άλλου.

Ο γάμος συχνά αλλάζει ριζικά την κατάσταση. Το συμβόλαιο του γάμου δίνει σε κάθε σύντροφο την αποκλειστική κατοχή του σώματος, των αισθημάτων και της φροντίδας του άλλου. Τώρα δε χρειάζεται πια να κερδηθεί κανείς, γιατί η αγάπη έχει γίνει κάτι που το έχουν και οι δυό, μια ιδιοκτησία. Παύουν να προσπαθούν να γίνουν αξιαγάπητοι και να δώσουν αγάπη: έτσι, γίνονται πληκτικοί και η ομορφιά τους εξαφανίζεται. Απογοητεύονται, νιώθουν μπλεγμένοι. Δεν είναι πια τα ίδια πρόσωπα; Έκαναν λάθος; Συνήθως, ο καθένας αναζητάει την αιτία της αλλαγής στον άλλο και νιώθει εξαπατημένος. Εκείνο που δε βλέπουν είναι ότι δεν είναι πια οι άνθρωποι που ήταν τον καιρό που ο ένας αγαπούσε τον άλλο. Το λάθος τους να πιστέψουν ότι μπορεί κανείς να έχει αγάπη, τους έκανε να πάψουν ν’ αγαπιούνται. Τώρα, αντί γι’ αγάπη, συμβιβάζονται με την κατοχή των όσων έχουν: χρήματα, κοινωνική θέση, σπίτι, παιδιά. Έτσι, σε μερικές περιπτώσεις, ο γάμος που βασίστηκε στην αγάπη, αλλάζει και γίνεται μια φιλική κοινοκτημοσύνη, μια εταιρία, όπου τα δύο εγώ φτιάχνουν ένα: αυτό της “οικογένειας”.

Όταν ένα ζευγάρι δε μπορεί να κατανικήσει τη επιθυμία για την ανανέωση του αισθήματος της αγάπης που είχαν πριν, τότε ο ένας από τους δύο μπορεί να έχει την αυταπάτη ότι ένας καινούργιος σύντροφος (ή σύντροφοι) θα ικανοποιήσουν αυτή την επιθυμία. Νιώθουν πως το μόνο που θέλουν να έχουν, είναι αγάπη. Αλλά η αγάπη γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι μια έκφραση του είναι τους: είναι μια θεά, που θέλουν να τους υποτάξει. Αποτυχαίνουν αναγκαστικά στην αγάπη γιατί “η αγάπη είναι παιδί της ελευθερίας” (όπως λέει ένα παλιό γαλλικό τραγούδι). Αυτός που λατρεύει τη θεά της αγάπης, γίνεται τελικά τόσο παθητικός, που είναι πια πληκτικός και χάνει ότι έχει απομείνει από την παλιά του ελκυστικότητα.

Αυτή η περιγραφή δεν σκοπεύει ν’ αποδείξει ότι ο γάμος δεν είναι η καλύτερη λύση για δύο ανθρώπους, που αγαπούν ο ένας τον άλλο. Η δυσκολία δε βρίσκεται στο γάμο, αλλά στην υπαρξιακή δομή των δύο συντρόφων, που αποζητά την κατοχή, και σε τελευταία ανάλυση στη δομή της ίδιας της κοινωνίας τους. Οι υποστηρικτές των σύγχρονων μορφών συμβίωσης, όπως είναι οι ομαδικοί γάμοι, η αλλαγή των συζύγων, το ομαδικό σεξ κλπ., νομίζω ότι προσπαθούν ν’ αποφύγουν το πρόβλημα της δυσκολίας του ν’ αγαπήσουν: προτιμούν να γιατρεύουν την πληγή τους με κάθε καινούργιο ερέθισμα, θέλοντας να έχουν περισσότερους “εραστές” παρά να προσπαθήσουν ν’ αγαπήσουν έστω και έναν.

Από το βιβλίο του Έριχ Φρομ“Να έχεις ή να είσαι;”, εκδόσεις Μπουκουμάνη

…σ τ ο  Π Ε Ρ Α Μ Α   μ ι α   Π α ρ α σ κ ε υ ή

Είμαστε εδώ προτείνοντας κάποιους τρόπους που πιστεύουμε ότι είναι βοηθητικοί για την ομαλότερη διαβίωση μέσα στην οικογένεια. Είμαστε ψυχολόγοι – ψυχοθεραπευτές, οπότε ο λόγος μας και οι προτάσεις μας, για βοήθεια, αφορούν τη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της οικογένειας. Δυστυχώς, δεν έχουμε εμείς τις απαντήσεις στα πολύ δύσκολα οικονομικά θέματα της καθημερινότητας μιας οικογένειας, που κατανοούμε ότι είναι αφόρητα πιεστικά για όλους μας και ακόμα περισσότερο για την περιοχή του Περάματος που ήταν σε δύσκολη κατάσταση και πριν ξεσπάσει η κρίση.

Γνωρίζουμε όλοι ότι κανένας μας δε διάλεξε να είναι σ’ αυτή την οικονομική στενωπό αλλά όλοι καλούμαστε να βρούμε τρόπους, δικούς μας τρόπους, καθημερινούς για να επιβιώσουμε και εμείς και τα παιδιά μας με το λιγότερο δυνατό κόστος.
Αυτή τη δύσκολη περίοδο υφίσταται μεγάλη δοκιμασία ΚΑΙ ο ρόλος του γονέα. Καλείσθε, παρ’ όλες τις δυσκολίες που έχετε να αντιμετωπίσετε σε θέματα διαβίωσης, να βρείτε τρόπους για να μπορέσετε να είστε βοηθητικοί και αποτελεσματικοί για τα παιδιά σας ΚΑΙ σε συναισθηματικό-ψυχολογικό επίπεδο.

Για να μιλήσουμε, όμως, για τα παιδιά, πρώτα, πρέπει να μιλήσουμε για, εσάς, τους γονείς.

Εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό που σπάνια και δύσκολα λαμβάνουν υπ’ όψιν τους οι γονείς. Είστε, ΕΣΕΙΣ, αυτοί που, κυρίως, ορίζετε τη σχέση με το παιδί σας και πριν ασχοληθείτε με το πως μπορείτε να βοηθήσετε τα παιδιά σας πρέπει να ασχοληθείτε, ΠΡΩΤΑ, με σας.

Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο πρώτα να κάνετε κάποια βήματα σε σχέση με τον εαυτό σας:

1. Προσέξτε και αναγνωρίστε τις δικές σας ανάγκες, αδυναμίες και φόβους (το να παραδεχτούμε ότι φοβόμαστε δε σημαίνει ότι χάσαμε τον όποιο αγώνα αλλά ότι ξέρουμε τι μας γίνετε σε συναισθηματικό επίπεδο έτσι ώστε να αποφασίσουμε ότι κάτι δραστικό οφείλουμε να κάνουμε γι’ αυτό το φόβο)

2. Πάρτε το χρόνο που χρειάζεστε και ασχοληθείτε με τις δικές σας αντιδράσεις για την κατάσταση. Παρατηρήστε, έστω και για λίγο, τον εαυτό σας πως συμπεριφέρεστε μέσα στο σπίτι μπροστά ή πίσω απ’ τα παιδιά σας.

3. Για να είναι τα παιδιά σας καλά πρέπει πρώτα να φροντίσετε για τον εαυτό σας να είναι καλά. Ίσως να το θεωρήσετε ότι είναι πολυτέλεια να προσέχετε τον εαυτό σας σε τέτοιες στιγμές ή να πιστεύετε ότι εσείς αντέχετε. Σκεφτείτε, όμως ότι, αν κάτι δύσκολο συμβεί σε σας, τα παιδιά σας θα βρεθούν σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Πως θα καταφέρετε να υποστηρίξετε το παιδί σας αν δεν έχετε βρει τρόπο να υποστηρίξετε τον εαυτό σας;

4. Είτε τα καταφέρετε είτε όχι να σώσετε το σπίτι σας υπάρχουν τρόποι να βοηθήσετε την οικογένειά σας για να μην κουβαλούν συναισθηματικά προβλήματα τα παιδιά σας για αρκετά χρόνια μετά, ίσως και σ’ όλη τους τη ζωή. Αυτό που ακούγεται εκωφαντικά από τους περισσότερους γονείς είναι το “δε με νοιάζει για μένα, τα παιδιά μου θέλω να είναι καλά”. Είναι αδύνατο αν δεν είστε εσείς καλά να είναι τα παιδιά σας καλά, σε τι ποιότητας ψυχικό περιβάλλον; με ποια εφόδια ψυχής;

5. Είναι αναγκαίο να θυμηθούμε και να θυμίσουμε και στα παιδιά μας ότι το χρήμα δεν είναι το παν και ότι η ευτυχία δεν αγοράζεται. Τα παιδιά προσκολλούνται στα υλικά αγαθά γιατί τους λείπουν άλλα ουσιαστικότερα πράγματα. Αν έχουν τα απολύτως στοιχειώδη μπορούν να ζήσουν ευτυχισμένα σε μια οικογένεια, όταν υπάρχει το ψυχικό απόθεμα αγάπης κι αισιοδοξίας από τους γονείς.

(*Τουλάχιστον τα μισά από τα παρακάτω βήματα είναι βασισμένα σε πολυετή έρευνα του Rond Conger, καθηγητή Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, για τις συνέπειες της αμερικανικής οικονομικής κρίσης του 1980 στα παιδιά. Έρευνα 20 χρόνων σε 450 οικογένειες.)

Π ρ ο τ ά σ ε ι ς   δ ι α χ ε ί ρ ι σ η ς :

1. Πείτε τους την αλήθεια. Είτε θέλουμε να το αντιμετωπίσουμε είτε δεν θέλουμε, η πραγματικότητα είναι ότι τα παιδιά βρίσκονται ΜΕΣΑ στην ατμόσφαιρα της κρίσης.

Υπάρχουν γεγονότα που συμβαίνουν στα ίδια ή σε συμμαθητές τους, όπως το ότι δεν μπορούν ν’ αγοράσουν σνακ από το κυλικείο ή το κολατσιό λείπει από τη σχολική τσάντα ή ότι έχει κοπεί το ηλεκτρικό ή ότι το ψυγείο στο σπίτι δεν είναι γεμάτο όπως ήταν (ίσως είναι και άδειο) ή ότι δεν υπάρχει θέρμανση ή ότι το πουκάμισο της παρέλασης δεν μπορεί ν’ αγοραστεί ή ότι δεν πάμε σινεμά ή λούνα παρκ ή ότι δεν αγοράζουμε πια πολλά ή καθόλου παιχνίδια.

Τα παιδιά σε όποια ηλικία και αν είναι μπορεί να μην καταλαβαίνουν τι ακριβώς συμβαίνει αλλά νιώθουν τα πάντα. Νομίζουμε ότι τα ξεγελάμε αλλά έχουν εξαιρετικά ευαίσθητες κεραίες σε ότι συμβαίνει γύρω τους, τα “πιάνουν” όλα. Μην τα αφήνετε να φοβούνται και να ανησυχούν ακούγοντας ιστορίες από τους φίλους ή συμμαθητές τους που θα είναι ανακριβείς και ατελείς. Μην τα αφήνετε σε μια σιωπηρή ανησυχία.

Ο δικός σας ρόλος είναι να τα βοηθήσετε να κατανοήσουν την κατάσταση, τι συμβαίνει γύρω τους.

Ρωτήστε τα τι σκέφτονται για τα τρέχοντα γεγονότα, τι μπορεί να έχουν ακούσει στο σχολείο από συμμαθητές ή φίλους τους. Σε καμία περίπτωση δεν θα βοηθήσει καθόλου να τα πιέσετε για μια κουβέντα με το ζόρι, απλά, αφήστε τους ένα άνοιγμα για να ξεκινήσει μια συζήτηση. Μπορεί να μην θέλουν ή να μην έχουν ανάγκη να μιλήσουν ΤΩΡΑ αλλά θα ξέρουν ότι σας νοιάζει τι σκέφτονται και αισθάνονται, και ότι είστε διαθέσιμοι να απαντήσετε στις ερωτήσεις τους.
Προσέξτε, όμως πολύ, να τους μεταφέρετε πληροφορία προσαρμοσμένη στην ηλικία και στο αναπτυξιακό τους επίπεδο. Είναι πολύ σημαντικό να το κάνετε με προσοχή για να μην τρομάξουν ακούγοντας μη κατανοητές έννοιες γι’ αυτά.

Αν ήδη υπάρχει δύσκολη ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι τότε είναι να πάτε εσείς σ’ αυτά και να τους πείτε: “Ξέρω ότι έχεις καταλάβει ότι ο μπαμπάς και η μαμά είναι αναστατωμένοι τον τελευταίο καιρό, θέλουμε να σου εξηγήσουμε τι συμβαίνει”. Εξηγήστε ότι αυτό που συμβαίνει στη δική σας οικογένεια συμβαίνει και σε άλλες, ΟΧΙ για να τους πείτε ότι είμαστε όλοι χάλια αλλά ότι δεν είμαστε οι μοναδικοί που μας συμβαίνει και όλοι προσπαθούμε για να βρούμε τρόπους να τα καταφέρουμε.
Δεν είναι απαραίτητες οι λεπτομέρειες αλλά λίγα, απλά και κατανοητά λόγια που ταιριάζουν στην ηλικία τους.

ΝΑΙ στην αλήθεια – ΟΧΙ στο άγνωστο που φοβίζει

2. Παραδεχτείτε την αγωνία σας. Δεν προτείνουμε να μοιραστείτε με τα παιδιά σας το μέγεθος του φόβου ή της αγωνίας σας γιατί έχουν ανάγκη για ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον. Όμως, τα συναισθήματά σας υπάρχουν στην ατμόσφαιρα του σπιτιού και όσο κι αν κάποιοι γονείς, πιθανά, πιστεύετε ότι δεν τα δείχνετε ή δεν τα μεταφέρετε μπροστά στα παιδιά σας να είστε σίγουροι ότι τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πάει καλά (και αυτό είναι πολύ πιο φοβιστικό). Μιλήστε τους για τη δυσκολία της κατάστασης και ότι και για σας δεν είναι εύκολο ΟΜΩΣ προσπαθείτε να βρείτε λύσεις.

Αποφύγετε εκφράσεις όπως “δε θα έχουμε ψωμί να φάμε” ή “θα μείνουμε άστεγοι”, προκειμένου να δείξετε την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεστε.
Αποδεχτείτε και τα συναισθήματα των παιδιών σας, μην τα ειρωνευτείτε ή τα κοροϊδέψετε αν/όταν σας περιγράψουν τις ανησυχίες τους ή τις σκέψεις τους με τρόπο που θα τον χαρακτηρίζατε υπερβολικό, ακούστε τα και απαντήστε τους λογικά, μην ξεχνάτε ότι είναι παιδιά.

ΝΑΙ στο συναίσθημα – ΟΧΙ στην υπερβολή

3. Κρατήστε ανοιχτό διάλογο. Γίνετε καλός ακροατής και καλός παρατηρητής. Τα μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να εκφραστούν λεκτικά. Δώστε προσοχή σε αλλαγές στη συμπεριφορά τους στο σπίτι ή στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις τους.

Αφήστε τα παιδιά να σας καθοδηγήσουν με τις ερωτήσεις τους, ακούστε τις δικές τους ιστορίες και συζητήστε τις μαζί τους, μην τα αποπαίρνετε. Αφού μιλάμε για διάλογο να αναφέρουμε και την ανάγκη διαλόγου μεταξύ του ζευγαριού. Μελέτες για τα ζευγάρια έχουν δείξει ψυχολογική κακοποίηση και σωματική επίθεση, στους θύτες περιλαμβάνονται άτομα όλων των μορφωτικών και οικονομικών επιπέδων.

Κάτι που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί ανατρέπει τα μέχρι σήμερα δεδομένα είναι ότι στη χώρα μας -όπως επίσης στην Ουγγαρία, στο Βέλγιο και στην Ισπανία- τα θύματα της ψυχολογικής κακοποίησης είναι στην πλειονότητά τους άνδρες. Το γεγονός αυτό εξηγείται από τους ειδικούς και στο πλαίσιο της κρίσης. Η ανεργία των ανδρών, η οποία “ακυρώνει” τον παραδοσιακό τους ρόλο εντός της οικογένειας, συνεπάγεται υποτιμητικά σχόλια -άχρηστος, ανίκανος, τεμπέλης- και επιθέσεις ή εκβιασμούς με ψυχολογικό υπόβαθρο.

Μοιραστείτε με ηρεμία και ψυχραιμία, τους φόβους και τις ανησυχίες σας και βρείτε τρόπους να τα καταφέρετε. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να σας βλέπουν ήρεμους και μονιασμένους.

ΝΑΙ στο διάλογο – ΟΧΙ στις προσβολές

4. Κρατείστε μια καθημερινή ρουτίνα που θα συμμετέχετε κι εσείς, δίνει ασφάλεια, ομαλότητα και σταθερότητα στα παιδιά. Προσπαθήστε να κάνετε πράγματα μαζί τους, όπως να τρώτε μαζί, να διαβάζετε ιστορίες το βράδυ, να παίζετε παιχνίδια ή αθλήματα, να πάτε για περιπάτους ή βόλτες με ποδήλατο, ή να παρακολουθήσετε μη βίαιη, μη αγχωτική τηλεόραση. Τα μικρά παιδιά μπορεί να χρειάζονται περισσότερη φυσική επαφή να τ’ αγκαλιάζετε πιο συχνά, να τα κρατάτε από το χέρι, να τα κανακεύετε κ.λ.π.

Το καθημερινό πρόγραμμά τους πρέπει να μείνει σταθερό, αν κάποια καθημερινή ασχολία αλλάξει μιλήστε το μαζί τους, ενημερώστε τα πριν την αλλάξετε, μην τους κάνετε απλά ανακοινώσεις, εξηγήστε τους με αγάπη και κατανόηση.

Αν χρειαστείτε πιο δραστικές λύσεις, επίσης, εξηγήστε τους π.χ. “Επειδή τώρα είναι μια δύσκολη περίοδος, θα μείνουμε για λίγο καιρό με τον παππού και τη γιαγιά προκειμένου να μοιραζόμαστε τα έξοδα”.

ΝΑΙ στο λειτουργικό πρόγραμμα – ΟΧΙ στο χάος

5. Έλεγχο στις ειδήσεις. Είναι σημαντικό για σας να είστε ενημερωμένοι αλλά τα παιδιά ακούγοντας για “οικονομία σε κρίση” ή για αυτοκτονίες ή για εξαθλίωση αυξάνεται το άγχος τους. Ιδίως τα μικρά παιδιά αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ των δελτίων ειδήσεων και της πραγματικότητας που ισχύει για την δική τους οικογένεια.

Τα παιδιά τείνουν να βλέπουν τα πράγματα ως άσπρο – μαύρο, αλλά και να παίρνουν στην κυριολεξία τα όσα τους λέτε ή ακούνε, αυτό σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουν τη χρήση της υπερβολής στην έκφραση.

Οι διαπληκτισμοί στα παράθυρα και οι ατέρμονες οικονομικές συζητήσεις διαταράσσουν και τη δική σας ψυχική ηρεμία και αυξάνουν τα επίπεδα άγχους και ανασφάλειας.

ΝΑΙ στην ενημέρωση – ΟΧΙ στην τραγικοποίηση

6. Έλεγχο στην ένταση στο σπίτι. Είναι κατανοητό και πολύ πιθανό να είστε αγχωμένοι και ευερέθιστοι αλλά προσπαθήστε να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας, μοιραστείτε με φίλους ή συγγενείς την αγωνία σας, κάντε βόλτες μαζί με τα παιδιά σας, ακούστε μουσική, βρείτε διεξόδους που θα βοηθήσουν κι εσάς. Οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια είναι ίσως η μεγαλύτερη δοκιμασία που περνούν τα παιδιά σε τέτοιες περιόδους.

Σημαντικό είναι σε όλες τις σχετικές συζητήσεις να διαβεβαιώνετε τα παιδιά σας πως δεν είναι εκείνα η αιτία του άγχους και της ανησυχίας σας, δεν είναι αυτονόητο γι’ αυτά όπως είναι για σας.

Έχει, επίσης, καταγραφεί σωματική βία από τους γονείς που είναι άνεργοι. Αν δυσκολεύεστε να διαχειριστείτε το άγχος σας και την ένταση που απορρέει μη διστάσετε να ζητείστε βοήθεια από εθελοντές ψυχολόγους-ψυχοθεραπευτές.

ΝΑΙ στη βοήθεια – ΟΧΙ στην ενδοοικογενειακή σύγκρουση και βία

7. Δώστε τους το δικαίωμα και την υποχρέωση να συμβάλλουν με τον δικό τους τρόπο στις δυσκολίες της οικογένειας. Ρωτήστε τα παιδιά σας πως μπορούν να συμβάλλουν ή κάντε τους κάποιες προτάσεις εσείς και δώστε τους χρόνο ν’ αποφασίσουν.

Μην αυτοθυσιάζεστε πέρα από τα όριά σας για να μην στερηθούν τα παιδιά. Ξανασκεφτείτε τι είναι πραγματικά απαραίτητο για τα παιδιά σας.

Είναι αναγκαίο το να πρέπει να αντιμετωπίσουν ένα ή αρκετά όχι ως μέρος της ζωής, να ξεχωρίσουν τα σημαντικά και τα αναγκαία από τα περιττά. Αν τους λέγατε δύσκολα όχι δώστε τους χρόνο και κατανόηση για την καινούργια και έτσι κι αλλιώς αναγκαία κατάσταση. Μην θυμώνετε με τα παιδιά, εάν εξακολουθούν να θέλουν να ξοδεύουν τα χρήματα όπως ξόδευαν παλαιότερα. Πρόκειται για μια νέα πραγματικότητα που όλοι μας δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε, το ίδιο και τα παιδιά.

ΝΑΙ στη συμμετοχή – ΟΧΙ στην αδιαφορία

8. Αναζητήστε τα θετικά στοιχεία που αναδύονται μέσα από τις δυσκολίες. Κάποιοι γονείς χαίρονται να ανακαλύπτουν πόσα λιγότερα παιχνίδια και δραστηριότητες, από αυτές που παλαιότερα θεωρούσαν απαραίτητες, χρειάζονται τα παιδιά για να είναι πραγματικά χαρούμενα και δημιουργικά. Ψάξτε για τις δωρεάν εκδηλώσεις που διοργανώνονται για παιδιά και μεγάλους (π.χ. www.forfree.gr , οδηγός δωρεάν εκδηλώσεων σε μεγάλες ελληνικές πόλεις, για ενήλικες και παιδιά).

ΝΑΙ στην ανάδυση θετικών πλευρών – ΟΧΙ στην παθητικότητα

9. Στις κουβέντες μείνετε στα γεγονότα. Γεγονός είναι τι πραγματικά συμβαίνει. Οι γνώμες είναι το πώς αισθανόμαστε για το τι συμβαίνει. Μην κάνετε βαθιές πολιτικές αναλύσεις με τα παιδιά σας και προσπαθείστε να βάλετε μια σπίθα αισιοδοξίας ή τουλάχιστον καθυσυχασμού.

Αποφύγετε το “όλα καταρρέουν” ή το “ότι και να κάνουμε δε σωζόμαστε”.
Ακούστε τι ρωτούν και απαντήστε ακριβώς στις ερωτήσεις που κάνουν. Στην περίπτωση αυτή τα παιδιά δεν χρειάζεται να γνωρίζουν τίποτα παραπάνω από αυτό που τα ίδια ρωτούν.

ΝΑΙ στα γεγονότα – ΟΧΙ στις εικασίες και την κινδυνολογία

10. Δώστε έμφαση στην ανθεκτικότητα και στη δύναμη των ανθρώπων. Αν εμείς καταφέρουμε να μείνουμε ψύχραιμοι τότε και τα παιδιά μας θα ακολουθήσουν τις δικές μας αντιδράσεις. Διδάξτε τους ότι οι δυσκολίες είναι μέσα στη ζωή αλλά δεν θα σταματήσετε να αγωνίζεστε για το καλύτερο, θα το καταλάβουν.
Ακούγεται ότι γονείς αφήνουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα γιατί δεν μπορούν να τα θρέψουν, βεβαιώστε τα ότι δεν θα κάνετε κάτι τέτοιο.

ΝΑΙ στη δύναμη – ΟΧΙ στην παραίτηση

11. Δώστε τους ελπίδα. Όσο δύσκολη και να είναι η οικονομική κατάσταση που βρισκόμαστε μπορούμε να τα διαβεβαιώσουμε πως θα είμαστε δίπλα τους με αγάπη και φροντίδα, πράγματα που δεν εξαρτώνται από το πόσο λεφτά έχουμε αλλά από το πόσο πλούσιοι είμαστε εσωτερικά. Μιλήστε τους ειλικρινά ¨Δεν ξέρω πως θα εξελιχθούν τα πράγματα αλλά θα βάλω τα δυνατά μου για το καλύτερο που μπορώ¨. Δώστε τους το μήνυμα “ότι και να συμβεί, είμαστε μαζί”, έχουν ανάγκη να το ακούσουν, τακτικά και με ξεκάθαρο λόγο.

ΝΑΙ στην ελπίδα – ΟΧΙ στην φτώχεια ψυχής

12. Να εστιάσουμε στην προσωπική ευθύνη διαχείρισης των δυσκολιών που μας έρχονται. Εμείς καλούμαστε κι έχουμε ευθύνη να βρούμε λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως οικογένεια. Το να ακούγονται κατηγορίες (όσο και αν είναι δικαιολογημένες) ή γκρίνιες μπροστά στα παιδιά σας για τον κάθε υπεύθυνο αυτής της κατάστασης τους αφαιρείτε τη δυνατότητα και τη χαρά να βρούν και να αναπτύξουν τους προσωπικούς, δικούς τους, τρόπους διαχείρισης του εαυτού τους στις δυσκολίες της ζωής με υπευθυνότητα και επιμονή.

ΝΑΙ στην προσωπική ευθύνη – ΟΧΙ στο μηρυκασμό του προβλήματος και την ακινητοποίηση

13. Διδάξτε τους αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια. Όχι μόνο με τα λόγια, δεν αρκεί. Γίνετε εσείς οι ίδιοι αλληλέγγυοι με τους συμπολίτες σας. Τα παιδιά μαθαίνουν μ’ αυτό που βλέπουν να γίνεται, με αυτό που κάνετε και όχι με αυτό που τους λέτε.
Κάποιες φορές είναι πιο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια παρά να δώσουμε από το υστέρημά μας είτε για λόγους περηφάνιας είτε για λόγους ντροπής. Είναι αναγκαίο, αυτές τις δύσκολες εποχές, να συνειδητοποιήσουμε ότι η βοήθεια δεν είναι ζητιανιά και η ανάγκη μας δεν μας υποτιμά. Υπάρχουν – ευτυχώς – αρκετοί οργανισμοί και πολλοί άνθρωποι που θέλουν και μπορούν να βοηθήσουν. Αρκεί να ξέρουν πως χρειάζεστε τη βοήθεια τους.

ΝΑΙ στην αλληλεγγύη – ΟΧΙ στον ατομισμό

14. Δείξτε με τις πράξεις σας και διδάξτε και στα παιδιά σας, συμπόνοια για τους συνανθρώπους μας. Η συμπόνοια είναι αρετή, αναγκαία στους δύσκολους καιρούς. Μιλήστε με τα παιδιά σας με αγάπη για ότι χειρότερο μπορεί να συμβαίνει σε μια διπλανή οικογένεια. Προσπαθήστε να βρείτε μαζί τους τρόπους για να βοηθήσετε και να συμπαρασταθείτε. Δε βοηθάει κανέναν το “καλά είμαστε εμείς ακόμα μην ασχολείσαι με τον γείτονα”. Γιατί τη βοήθεια που θα δώσουμε μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να τη ζητήσουμε κι εμείς, όχι απαραίτητα από τους ανθρώπους που βοηθήσαμε αλλά από άλλους που έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν εμάς. Αν κατανοήσουμε την ανάγκη του άλλου και την πιθανή απελπισία του είναι πιθανό να μη νιώσουμε ντροπή, αν/όταν χρειαστεί, να ζητήσουμε κι εμείς βοήθεια.

ΝΑΙ στη συμπόνοια και στη συμπαράσταση – ΟΧΙ στη ντροπή για βοήθεια

15. Αποδεχτείτε και μιλήστε με τα παιδιά σας για την κοινωνική συνύπαρξη. Το να κατηγορείτε ή να προσβάλετε τον συνάνθρωπό σας επειδή είναι μετανάστης και έχει δουλειά με την αιτιολογία ότι εσείς δεν έχετε δουλειά δε βοηθάει ούτε αλλάζει τη δική σας κατάσταση. Υπήρξε περιστατικό παιδιού να κατηγορεί τον συμμαθητή του που είναι από άλλη χώρα και ο πατέρας του έχει δουλειά γιατί ο δικός του πατέρας έχασε τη δική του δουλειά.

ΝΑΙ (ξανά!) στην αλληλεγγύη και το σεβασμό – ΟΧΙ στη σύγκριση και στην αρνητική κριτική

16. Μιλήστε με τους δασκάλους των παιδιών σας. Ενθαρρύνετε το δάσκαλο, τη δασκάλα να σας ενημερώνει αν παρατηρήσει διαφορετική συμπεριφορά από τη συνηθισμένη στο παιδί σας. Να θυμάστε ότι οι δάσκαλοι είναι και αυτοί κάτω από πίεση για τους δικούς τους λόγους και προσπαθούν και αυτοί να αντεπεξέλθουν με τα δικά τους θέματα.

Καλέστε τους δασκάλους να γίνουν βοηθοί σε περιπτώσεις απομόνωσης παιδιού ή εμπαιγμού του από συμμαθητές αν δεν μπορεί για παράδειγμα ν’ αγοράσει κουλούρι ή κάτι φαγώσιμο από το κυλικείο.

ΝΑΙ στη συνεργασία – ΟΧΙ στην απαξίωση

17. Δημιουργείστε ομάδες αλληλοβοήθειας είτε για να μοιραστείτε τους φόβους σας είτε για να κάνετε πράγματα δημιουργικά, βοηθητικά και γιατί όχι και αποτελεσματικά για τις υπάρχουσες συνθήκες. Θα βοηθήσει για να μην μεταφέρετε όλο το άγχος σας μέσα στην οικογένεια. Μια άλλη πρόταση είναι να οργανώσετε και ομάδες παιδιών όπου θα συμμετέχουν σε ομαδικά παιγνίδια ή δημιουργικές ασχολίες, μην τα αφήνετε να μένουν κολλημένα σε μια τηλεόραση, παθητικούς θεατές. Ήδη έχουν δημιουργηθεί διάφορες ομάδες είτε ανταλλακτικές είτε εθελοντικές, ενημερωθείτε δεν βοηθάει να απομονώνεστε στην εύθραυστη ασφάλεια του σπιτιού σας. Οι ομάδες ανθρώπων έχουν και δίνουν δύναμη και ελπίδα.

ΝΑΙ στην ενεργοποίηση – ΟΧΙ στην απομόνωση

18. Συμμετέχετε στη ζωή των παιδιών σας. Η απλοϊκή τους ματιά έχει περισσότερη σοφία από των ενηλίκων. Παίξτε μαζί τους και πάρτε κομμάτι από την ενστικτώδη αισιοδοξία και ανεμελιά τους. Είναι βοηθητικό διάλειμμα στο διαρκές άγχος που βιώνουμε.

ΝΑΙ στο παιγνίδι – ΟΧΙ στη σοβαροφάνεια

19. Τίποτα δεν είναι μόνιμο, ούτε τα καλά και εύκολα, ούτε τα δύσκολα και άσχημα σ’ αυτή τη μοναδική ζωή που έχουμε να ζήσουμε. Τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται σε διαφορετικές καταστάσεις αρκεί να είμαστε δίπλα τους και να τα υποστηρίζουμε. Ας μην τα μετατρέψουμε σε θύματα, χρειάζονται φροντίδα και υποστήριξη.

ΝΑΙ στη ροή της ζωής – ΟΧΙ στη θυματοποίηση

20. Οι συμβουλές είναι εύκολες αλλά η εφαρμογή δύσκολη. Εδώ περιγράψαμε γενικούς τρόπους βοήθειας, όμως γνωρίζουμε ότι κάθε οικογένεια είναι μοναδική κι έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Είναι κατανοητό ότι εύκολα και γρήγορα δεν εφαρμόζονται αλλαγές στις συνήθειες της οικογένειας. Προσπαθήστε να μείνετε ανοιχτοί σε λύσεις που υπάρχουν γύρω μας. Αν χρειαστείτε βοήθεια ζητήστε τη και θα προσπαθήσουμε με τις δυνατότητες που έχουμε να κάνουμε ότι καλύτερο.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή και το χρόνο σας.

Δήμητρα Ξενάκη
Οικογενειακή – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια 

 
 
Αυτό είναι το κομμάτι της δικής μου ομιλίας (μίλησαν κι άλλοι συνάδελφοι ψυχολόγοι) που έγινε στο Πέραμα στις 2/3/2012 σε μια συνάντηση γονέων με πρωτοβουλία της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, που απευθύνθηκε στους Γιατρούς του Κόσμου. Επειδή για κάποιους μπορεί να είναι έστω και λίγο χρήσιμο το δημοσιοποιώ εδώ. 
 
* το βρήκα εδώ, http://www.micheleborba.com/blog/2008/09/30/ten-secrets-to-help-your-children-handle-this-financial-crisis-and-tough-times/

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι. Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες. Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.
 
 

Από το βιβλίο “Στον κήπο του Επίκουρου” του Irvin Yalom, εκδόσεις Άγρα

Η γλώσσα πλάθει πραγματικότητες. Με όσα λέμε και με τον τρόπο με τον οποίο τα λέμε· με όσα αποσιωπούμε, με τις γνώμες που εκφράζουμε και τις προθέσεις πίσω από τα λόγια μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια πραγματικότητα για εμάς και για όσους μας περιβάλλουν. Υπάρχουν λέξεις που ανοίγουν πιθανότητες και άλλες που τις κλείνουν, δημιουργικές και καταστροφικές συζητήσεις, μέχρι και δηλώσεις που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Τα λόγια μας μπορούν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη ή δυσπιστία.

Ακόμα και αν δεν το αντιλαμβανόμαστε πλήρως, πολλοί συνεχίζουμε να καλλιεργούμε τα σχήματα σκέψης και τις απόψεις για τα ανθρώπινα όντα και τη γλώσσα της καρτεσιανής εποχής. Γι’ αυτό πολλές φορές πιστεύουμε ότι υπάρχει μία μόνο αλήθεια απέναντι στα γεγονότα, ότι τα πράγματα έχουν ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ότι κάθε άνθρωπος έχει γνωρίσματα που δεν αλλάζουν. Τότε, μας φαίνεται ζωτικής σημασίας να μάθουμε νέες ικανότητες και να απαλλαγούμε από ορισμένους τρόπους που έχουν ριζώσει μέσα μας όπως, για παράδειγμα, να αμφισβητούμε όσα έχουμε μάθει προκειμένου να ανανεώσουμε τη ματιά μας για όσα ξέρουμε. Όπως διαβεβαιώνει ο Άλβιν Τόφλερ, “οι αναλφάβητοι του μέλλοντος δε θα είναι εκείνοι που δεν ξέρουν γραφή και ανάγνωση, αλλά εκείνοι που δεν ξέρουν να μαθαίνουν, να ξεμαθαίνουν και να ξαναμαθαίνουν“.

Μια και μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τα λόγια, ένας θρύλος λέει ότι ένας δάσκαλος του ζεν δέχτηκε στο σπίτι του έναν πανεπιστημιακό καθηγητή με μεγάλο κύρος, ο οποίος ζήτησε να τον συναντήσει για να μάθει για το δρόμο του ζεν. Καθώς συζητούσαν, ο δάσκαλος πρόσφερε τσάι στον επισκέπτη του και άρχισε να γεμίζει την κούπα του. Με φαινομενικά αφηρημένη έκφραση μιλούσε στον καθηγητή και τον κοιτούσε ενώ, παράλληλα, σέρβιρε το τσάι και, όταν η κούπα γέμισε, ο δάσκαλος συνέχισε να σερβίρει. Η κούπα ξεχείλισε και το τσάι άρχισε να χύνεται στο πιατάκι και στο τραπέζι, και τελικά στο πάτωμα. Ακόμα και τότε, ο δάσκαλος δε σταμάτησε. Ο επισκέπτης τον κοίταξε σαστισμένος και είπε: “Δάσκαλε, η κούπα γέμισε, δε χωρά πια ούτε σταγόνα!” Ο δάσκαλος τον κοίταξε χαμογελαστός και του απάντησε: “Όπως αυτή η κούπα, έτσι κι εσείς είστε γεμάτος από τις γνώσεις σας. Πώς να σας δείξω το παραμικρό σχετικά με το δρόμο του ζεν, αν η κούπα σας δε χωρά τίποτα πια;”

Η μισή λέξη ανήκει σ’ εκείνον που την προφέρει
και η άλλη μισή σ’ εκείνον που την ακούει.
ΜΟΝΤΕΝ 

Οι πέντε αρχές για την ενεργοποίηση της ισχύος των λόγων

Χρησιμοποιούμε τις λέξεις κάθε μέρα, προφορικά και γραπτά. Συζητάμε, γράφουμε e-mail, διαπραγματευόμαστε, κουβεντιάζουμε, ρωτάμε και απαντάμε. Ωστόσο, πολλές φορές μιλάμε χωρίς πλήρη συνείδηση της επίδρασης που έχουν οι λέξεις πάνω μας και στους γύρω μας.
Στο βιβλίο του Οι Τέσσερις Συμφωνίες ο Μιγκέλ Ρούιζ, ιατρός χειρουργός και κληρονόμος της σοφίας των Τολτέκων, προσφέρει πολύτιμες διδαχές για τη χρήση των λέξεων. Προτείνει να είμαστε άψογοι με τα λόγια μας, να μην κάνουμε υποθέσεις, να μην παίρνουμε τίποτα προσωπικά και να κάνουμε πάντα ό,τι περισσότερο μπορούμε.
Παρακάτω προτείνουμε πέντε αρχές για να ενεργοποιήσουμε τη δύναμη των λέξεων, ενισχύοντας τις συζητήσεις που κάνουμε σε όλα τα περιβάλλοντα:
1. Να εμπνέουμε εμπιστοσύνη με έντιμα λόγια.
2. Να δίνουμε και να λαμβάνουμε γνώμες με σοφία.
3. Να αποφεύγουμε τα βεβιασμένα συμπεράσματα.
4. Να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας με χαρά και ευελιξία.
5. Να ενεργοποιούμε τη δύναμη της αναγνώρισης.

Να εμπνέουμε εμπιστοσύνη με έντιμα λόγια

Η υπεροχή σχετίζεται με την ακεραιότητα. Η ακεραιότητα εμπνέει εμπιστοσύνη. Το θέμα είναι να συμφωνούν τα λόγια με τις σκέψεις και τις προθέσεις μας και να λέμε μόνο αυτά που πραγματικά πιστεύουμε· να εξαλείφουμε το ψέμα γιατί διαβρώνει την αυτοεκτίμησή μας και την εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι για εμάς. Άλλωστε, όταν αποκρύπτουμε την αλήθεια ή προσποιούμαστε, σπαταλάμε ενέργεια γιατί φθειρόμαστε.
Έχοντας υπόψη ότι τα λόγια έχουν δύναμη, ότι μπορούμε να μας συμπεριλάβουν ή να μας αποκλείσουν, κατανοούμε ότι η υπεροχή συνεπάγεται να αφήσουμε κατά μέρος τα κουτσομπολιά. Καμιά φορά μπορεί να φαντάζει ως πρόκληση το να απομακρυνθεί κανείς από τις φήμες και τα λόγια που προέρχονται από το παράδειγμα του φόβου. Σχετικά με αυτό υπάρχει μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική ιστορία που διηγούμαστε συνήθως όταν ασχολούμαστε με το θέμα.
* Ένας νεαρός μαθητής πήγε στο σπίτι του δασκάλου του, ενός σοφού φιλόσοφου, και του είπε:
¨Έρχομαι να σου πω κάτι σημαντικό, που δεν μπορώ να αποσιωπήσω. Κάποιος μιλούσε κακοπροαίρετα για σένα…”
“Περίμενε!” τον διέκοψε ο φιλόσοφος. “Αυτό που θα μου πεις το πέρασες από τα τρία κόσκινα;”
“Ποια είναι τα τρία κόσκινα;” ρώτησε ο μαθητής.
“Το πρώτο είναι η αλήθεια. Είσαι σίγουρος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι απόλυτα βέβαιο;”
“Όχι. Άκουσα να το λένε κάτι γείτονες…”
“Το πέρασες τουλάχιστον από το δεύτερο κόσκινο, την καλοσύνη; Αυτό που θέλεις να μου πεις είναι καλό για κάποιον;”
“Όχι, για να πω την αλήθεια δεν είναι. Απεναντίας…”
“Το τελευταίο κόσκινο είναι η ανάγκη. Είναι ανάγκη να μου το πεις αυτό που τόσο σε έχει ταράξει;”
“Για να είμαι ειλικρινής, όχι”.
“Τότε, λοιπόν”, είπε ο σοφός χαμογελώντας ειλικρινά, “αν δεν είναι ούτε αληθινό, ούτε καλό, ούτε αναγκαίο, ας το θάψουμε στη λήθη”.

Να δίνουμε και να λαμβάνουμε γνώμες με σοφία

Οι γνώμες ή οι κρίσεις μπορεί να γίνουν αιτία να υποφέρει κανείς πολύ. Έχοντας την τάση να συγχέουμε τις γνώμες με τις κρίσεις, συνηθίζουμε να εκφράζουμε τις γνώμες μας σαν να ήταν περιγραφές της πραγματικότητας, θεωρώντας δεδομένο ότι οι υπόλοιποι έχουν την ίδια άποψη μ’ εμάς και απορρίπτοντας την πιθανότητα να πιστεύουν κάτι διαφορετικό. Κατά τον ίδιο τρόπο, καμιά φορά θεωρούμε αδιαμφισβήτητες τις γνώμες που εκφράζουν οι άλλοι για εμάς. Όταν ακούσουμε ένα σχόλιο που μας πληγώνει, ας σκεφτούμε αν πρόκειται για γεγονός ή για γνώμη. Αν πρόκειται για γεγονός, ας εξετάσουμε αν υπάρχει κάτι στη συμπεριφορά μας που επιδέχεται διόρθωση, γιατί μπορεί να είναι μια ισχύουσα άποψη που μπορεί να μας βοηθήσει να αλλάξουμε. Αν πρόκειται για γνώμη, το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμηθούμε είναι ότι οι κρίσεις μιλούν περισσότερο για τα άτομα που τις εκφέρουν παρά για εκείνα τα οποία αφορούν. Από την άλλη, υπάρχουν ορισμένες γνώμες που είναι έγκυρες και μπορούν να μας βοηθήσουν να αναπτυχθούμε.

Δεν μπορούμε να εμποδίσουμετους άλλους να εκφράσουν τη γνώμη τους για εμάς. Αυτό που μπορούμε να αποφύγουμε είναι να διεισδύσουν αυτές οι γνώμες τόσο πολύ στην ύπαρξή μας ώστε να μας κάνουν κακό ή να μας πείσουν ότι είμαστε πράγματι αυτό που εκφράζουν. Εκείνη τη στιγμή είναι σημαντικό να κάνουμε μια εσωτερική διεργασία για να θυμηθούμε ότι έχουμε μια εγγενή αξία που δεν εξαρτάται από τη γνώμη των άλλων για εμάς. Μια από τις τεχνικές είναι, μπροστά στη δυσμενή ή κακοπροαίρετη γνώμη κάποιου, να επαναλαμβάνουμε μέσα μας: “Δεν έχει σημασία τι σκέφτεσαι για μένα ή τι μου λες, εγώ είμαι ακόμα ένα άξιο άτομο”.
Από την άλλη, πρέπει και οι ίδιοι να φροντίζουμε τα λόγια μας όταν εκφέρουμε κρίσεις. Όπως εξηγεί ο Ετσεβαρία, σε αντίθεση με ένα γεγονός, μια γνώμη δεν μπορεί να είναι αληθινή ή ψεύτικη, αλλά βάσιμη ή αβάσιμη. Και ανάλογα με την πρόθεση με την οποία εκφράζεται, μπορεί επίσης να είναι εποικοδομητική ή καταστροφική.

Το να μάθει κανείς να εκφράζει μια γνώμη ως τέτοια, αντί να επιλέγει λόγια που την κάνουν να μοιάζει με γεγονός, είναι μια ικανότητα-κλειδί για την αποδοτική επικοινωνία, γιατί οι προσωπικές γνώμες που εκφράζονται ως αλήθειες δημιουργούν ένταση, δεν επιτρέπουν την κατανόηση και προκαλούν δυσκαμψία σ’ εκείνον που τις ακούει. Όταν κάποιος πει “Αυτή η αίθουσα δεν κάνει για τη συνάντηση”, δεν αφήνει σε κανέναν το περιθώριο να σκεφτεί κάτι διαφορετικό· εκφράζει τη γνώμη του σαν αδιαμφισβήτητη αλήθεια, πράγμα που προκαλεί την αυθόρμητη απόρριψη του ακροατή, ειδικά αν δε σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο. Αν, αντίθετα, πει “Κατά τη γνώμη μου, αυτή η αίθουσα δεν είναι η πλέον κατάλληλη για τη συνάντηση”, εκφράζει την ίδια ιδέα, αλλά γίνεται κύριος της γνώμης του χωρίς να εμποδίζει τον άλλο να εκφράσει μαι αντίθετη άποψη, κάτι που συνεισφέρει στην καλύτερη επικοινωνία. Εξάλλου, όταν εκφράζει κανείς γνώμες ως γεγονότα, προκαλεί συνήθως μια αμυντική αντίδραση, η οποία ενδέχεται να μετατρέψει τη συζήτηση σε αναζήτηση του ποιος έχει δίκιο. Για να το αποφύγουμε αυτό, αρκεί, πριν εκφράσουμε οποιαδήποτε γνώμη, να προσθέσουμε μια απο τις εξής φράσεις: “Πιστεύω ότι…”, “Είμαι της γνώμης ότι…”, “Νομίζω ότι…”, “Από τη δική μου σκοπιά…”. Αυτός ο τρόπος έκφρασης χαρίζει αρμονία στο διάλογο.
Μιλώντας γι’ αυτό το θέμα έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε πώς άρχισε η καλλιτεχνική καριέρα του Φρεντ Αστέρ. Μετά την πρώτη του οντισιόν, ο διευθυντής της MGM έγραψε μια αναφορά που έλεγε: “Δεν ξέρει τραγούδι. Δεν ξέρει υποκριτική. Ξέρει μόνο ελάχιστο χορό.”. Αλλά ο Αστέρ κατάφερε να κάνει τη φωνή και την πεποίθησή του να υπερισχύσουν έναντι της συντριπτικής εκείνης κριτικής, μετά από ένα σχόλιο που θα μπορούσε αν αποθαρρύνει πολλούς θεωρήθηκε ομόφωνα ο καλύτερος χορευτής του εικοστού αιώνα και μια από τις καλλιτεχνικές προσωπικότητες στα μιούζικαλ του κινηματογράφου και της τηλεόρασης με τη μεγαλύτερη επιρροή. Τι θα είχε συμβεί αν ο Φρεντ Αστέρ είχε εκλάβει εκείνη τη γνώμη ως γεγονός; Τι μας συμβαίνει όταν εκλαμβάνουμε ως γεγονός τη γνώμη των άλλων για εμάς, για τις ικανότητές μας, το ταλέντο ή την εργασία μας;
Μπροστά στο ίδιο γεγονός, τα άτομα μπορεί να έχουν διαφορετικές ερμηνείες και γνώμες. Το μυστικό είναι να διαλέγει κανείς αυτές που ανοίγουν αυτόματα δυνατότητες και να απορρίπτει όσες κλείνουν τους δρόμους.

Όταν μιλάς προσπάθησε τα λόγια σου να είναι
καλύτερα από τη σιωπή
Ινδική Παροιμία  

Να αποφύγουμε τα βεβιασμένα συμπεράσματα

Πολλές φορές οι σκέψεις μας στήνουν παγίδες. Μια από αυτές είναι να “διαβάζουμε τη σκέψη”, να πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι σκέφτονται και τι νιώθουν οι άλλοι. Πρόκειται για υποθέσεις που λαμβάνουμε ως αλήθειες και που χρωματίζουν τις αντιλήψεις και τις πράξεις μας. Το να μην κάνει κανείς υποθέσεις σημαίνει επίσης να μιλά ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές· να μη θεωρεί προφανές ότι οι άλλοι καταλαβαίνουν αυτό που λέει, γιατί η ομιλία και η ακοή είναι δύο τελείως διαφορετικά φαινόμενα.

Σε μια συνεδρία coaching ένας πελάτης μού εξέθεσε την παρακάτω κατάσταση: είπε ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με την απόδοση της ομάδας εργασίας του. Τον ρώτησα αν είχε εκφράσει σε όλους τη δυσαρέσκειά του για τα αποτελέσματα κι εκείνος απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας μάλιστα ότι το είχε θέσει και γραπτά. Τότε του ζήτησα να μου στείλει τα μηνύματα που είχε ανταλλάξει με την ομάδα του, ώστε να έχω περισσότερα στοιχεία για την ανάλυση.
Διαβάζοντας τα e-mail που τους είχε στείλει, δυσκολεύτηκα να καταλάβω ποιο ήταν το πρόβλημα· δεν ήταν ξεκάθαρο τι ήθελε να τους πει. Παρατήρησα ότι κάθε φορά που υποδείκνυε κάτι που έχρηζε βελτίωσης, έντυνε τα γεγονότα με πολλά περιττά λόγια, απάλυνε με ευφημισμούς αυτά με τα οποία δε συμφωνούσε και μιλούσε για το θέμα τόσο πολύ ώστε, όταν έφτασα στο τέλος του μηνύματος, είχα μπερδευτεί τόσο που έκρινα απαραίτητο να αρχίσω να το διαβάζω από την αρχή. Στην επόμενη συνάντηση είχαμε τον εξής διάλογο:
“Ντανιέλ, τι ακριβώς ήταν εκείνο που σε δυσαρέστησε;”
“Δε συμφωνώ με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους νέους πελάτες. Βλέπω ότι αφοσιώνονται και προσέχουν τις λεπτομέρειες με τους παλιούς, αλλά στους καινούργιους μόλις και μετά βίας δίνουν προσοχή”, απάντησε
“Γιατί δεν τους το είπες ξεκάθαρα;”
“Φοβήθηκα μήπως τους προσβάλω. Ξέρω ότι αφιερώνουν μεγάλη προσπάθεια στη δουλειά τους και δε θέλησα να σκεφτούν ότι δεν το καταλαβαίνω. Άλλωστε, μου φαίνεται προφανές ότι πρέπει να φερόμαστε καλά στους καινούργιους πελάτες, είναι κάτι που τους μαθαίνω πάντα”.

Μιλάμε ξεκάθαρα όταν δε θεωρούμε τίποτα δεδομένο, όταν δεν προϋποθέτουμε ότι ο άλλος γνωρίζει τα εργασιακά μας στάνταρ. Όταν μιλάμε χωρίς περιστροφές και ευφημισμούς, όταν δεν κρύβουμε τις επιθυμίες μας πίσω από χίλια πέπλα. Όταν μιλάμε ξεκάθαρα, ΔΕ λέμε λόγια έξω από το συγκείμενό τους, ούτε λόγια που πληγώνουν ή είναι άσπλαχνα. Μιλάμε ξεκάθαρα όταν δεν μπερδεύουμε το πρόσωπο με την πράξη· όταν λέμε “Είσαι απρόσεχτος με τους καινούργιους πελάτες” δεν είναι το ίδιο με το να πούμε “Δεν προσέχεις τους καινούργιους πελάτες”. Γιατί η πράξη της απροσεξίας μπορεί να αλλάξει εύκολα, ενώ όταν κατηγορούμε τον άλλο ότι “είναι” απρόσεκτος αγγίζουμε την ουσία του, τον χαρακτηρίζουμε και του κάνουμε κακό.

Να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας με χαρά και ευελιξία

Αυτή η αρχή αποτελεί μια πρόσκληση για να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας σε κάθε περίπτωση της ζωής, αποφεύγοντας να φανούμε σκληροί με τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Γινόμαστε άκαμπτοι όταν προσκολλώμαστε στις γνώμες μας, προσπαθώντας να έχουμε δίκιο. Γινόμαστε σκληροί όταν εκλαμβάνουμε τα λάθη ως σημάδια αποτυχίας· αδιάλλακτοι όταν συγχέουμε την εξαιρετικότητα με την τελειότητα. Μπορούμε να είμαστε εξαιρετικοί με τα λόγια, να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας όποτε εκφράζουμε μια γνώμη και να διερωτώμαστε, πριν μιλήσουμε,αν αυτό που πρόκειται να πούμε είνα καλό και απαραίτητο για κάτι, αλλά και αν είναι αληθινό.

Να ενεργοποιούμε τη δύναμη της αναγνώρισης

Τα λόγια της αναγνώρισης  έχουν ιδιαίτερα θετική επίδραση στα άτομα· ωστόσο, πολλές φορές αγνοούμε πόσο ισχυρό είναι το να αναγνωρίσουμε τους άλλους.
Η αποδοτική αναγνώριση για την οποία μιλάμε υπερβαίνει τα χρήματα, που είναι επίσης σημαντικά· πρόκειται για μια αυθεντική έκφραση ευγνωμοσύνης για μια εργασία που έχει εκτελεστεί καλά.

Η αναγνώριση είναι κάτι που χρειαζόμαστε όλοι. Μας βοηθά να θυμόμαστε ποιοι είμαστε και είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να χτίσουμε την αυτοπεποίθησή μας. Είναι επίσης ένας τρόπος σύσφιγξης των δεσμών με τα άτομα που μας περιβάλλουν: στο εργασιακό περιβάλλον, στην οικογένεια, στο φιλικό κύκλο. Όταν η αναγνώριση είναι γνήσια, τα αποτελέσματά της μπορεί να μας εκπλήξουν και να μεταμορφώσουν τη ζωή τόσο εκείνου που την εκφράζει όσο και εκείνου που τη λαμβάνει.
Όταν δουλεύουμε το θέμα της αναγνώρισης στα σεμινάριά μας έχω την τιμή να γίνομαι μάρτυρας στιγμών πραγματικής μεταμόρφωσης. Στο πλαίσιο μιας δραστηριότητας που ονομάζουμε “δραστηριότητα ευγνωμοσύνης”, έχω ακούσει πολλά άτομα να λένε δυνατά: “Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που σκέφτηκα για πόσα πράγματα πρέπει να αναγνωρίσω και να ευχαριστήσω το/τη σύζυγό μου”, “Ποτέ δε σκέφτηκα πόσο σημαντικό μπορεί να είναι αυτό και πόσο καλά θα με έκανε να νιώσω!”

Από το βιβλίο “Απόλυτη Αυτοπεποίθηση” των Veronica de Andres, Florencia Andres, εκδοτικός οίκος Α.Α.Λιβάνη.
(να βάλω μια υποσημείωση ότι ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι “Confianza Total” και το βιβλίο μιλάει για την απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό, είναι διαφορετική η έννοια της αυτοπεποίθησης με την εμπιστοσύνη στον εαυτό, είναι αλληλένδετα αλλά βεβαίως όχι ταυτόσημα)
 
* Αυτός ο μύθος σχετίζεται με τον αρχαίο φιλόσοφο Σωκράτη και το τεστ της τριπλής διύλισης που λέγεται ότι το χρησιμοποιούσε για να αποφεύγει το κουτσομπολιό ως πληροφορία: το φίλτρο της αλήθειας, το φίλτρο της καλοσύνης και το φίλτρο της χρησιμότητας.Αφού αναρτήθηκε το άρθρο, ένας αναγνώστης με nick name “pyrrho” με ενημέρωσε και τον ευχαριστώ γι’ αυτό ότι δεν στέκει αυτός ο μύθος που γυρίζει και στο internet και υπάρχει και στο βιβλίο, γιατί δεν υπάρχουν αναφορές (έτσι κι αλλιώς στο βιβλίο δεν αναφέρεται συγκεκριμένο όνομα φιλοσόφου άρα το λάθος είναι δικό μου που του έδωσα όνομα, ζητώ συγγνώμη!)
(επίσης, για όποιον ενδιαφέρεται να το τσεκάρει το link που έγραψε ο αναγνώστης και δίνει πληροφορίες ότι είναι ανυπόστατο το αναφερόμενο όνομα του Σωκράτη http://antichainletter.wordpress.com/2011/11/23/the-triple-filter-test/)
Να πω, επίσης, ότι ίσως έχει νόημα, ανεξάρτητα από τον συγγραφέα, να κρατήσουμε το μήνυμα αυτής της ιστορίας που κάποιος εφηύρε, όχι σαν ηθικοπλαστική ιστοριούλα αλλά σαν βοήθεια στη λειτουργικότητας της επικοινωνίας με τους ανθρώπους μέσω των πληροφοριών που μεταφέρονται, να υπάρχει αναγκαιότητα και χρησιμότητα όταν μεταδίδουμε μια πληροφορία, να είναι αληθινή αυτή η πληροφορία και να μην μεταφέρει κακεντρέχεια.

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ρυθμισμένα και ήρεμα,

ανάμεσα σε ώρες εργασίας και αμίλητα συζυγικά νεκρόδειπνα,

λίγος καφές στο τέλος του φαγητού για τη χώνεψη,

λίγα όνειρα για το φόβο της καρδιοπάθειας,

λίγη ελεημοσύνη για τη σωτηρία της ψυχής.

Ώσπου μια νύχτα, σηκώνονται στη μέση του δείπνου ξαφνικά,

από συνήθεια, μάλιστα, παίρνουν και το καπέλο τους -

και χάνονται. Που πάνε; Κανείς δεν ξέρει. Μα η δίψα τους

καίει

κι η απόγνωση μεγαλώνει τους ορίζοντες.

Έτσι σκέφτηκαν, δηλαδή, να κάνουνε για μια στιγμή.

Ύστερα πέρασε. Σκουπίζουνε το λίγο ιδρώτα πλάι στη μύτη

και μπαίνουν αθόρυβα στην κρεβατοκάμαρα. Ενώ στο διάδρομο

μένει μονάχο, πάνω στην καρέκλα, το καπέλο

σαν το πικρό ανάχωμα ενός τάφου

που σκέπασε βαριά κι ανέκκλητα

όλη τη ζωή τους.

 
 
Από το βιβλίο του του Τάσου ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ, μια επιλογή ποιημάτων από τον ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ: “Υάκινθοι, βιολέτες και ηλιοτρόπια”, εκδόσεις Κέδρος. 

-Το παρακάτω κείμενο μου το εμπιστεύτηκε να το διαβάσω μια καλή και πολύτιμη φίλη η Κ.Χ, συνοδοιπόρος απ’ τα παλιά δύσκολα χρόνια μέχρι σήμερα (πάλι δύσκολα είναι τώρα αλλά λέμε…). Έγραψε αυτό που δεν γνωρίζω πως να το αποκαλέσω γιατί δεν είμαι ειδικός, είναι δοκίμιο, είναι διήγημα, είναι μυθιστόρημα ας επιλέξουν οι ειδικοί. Όταν το διάβασα συγκλονίστηκα και, επειδή δεν είναι η μητρική μου γλώσσα η αγγλική, της ζήτησα (την πίεσα λίγο για να είμαι ακριβής) να το μεταφράσει και το έκανε με επιφυλάξεις γιατί όπως είπε της “βγήκε” να το γράψει στ’ αγγλικά και είναι δική της πρόταση (και επιθυμία) για όσους μπορούν να το διαβάσουν στην αγγλική γλώσσα γιατί σ’ αυτήν πλάστηκε. Εγώ το “χόρτασα” στην ελληνική έκδοση του. Την ελληνική μετάφραση που έκανε η ίδια θα την βρείτε μετά την αγγλική έκδοση.
Έχει πόνο, μοναξιά αλλά κι αγάπη και στο τέλος  έχει μια ιδιαίτερα γλυκόπικρη αισιοδοξία(;), κυρίως όμως, έχει πολύ ανθρώπινο σπαραγμό. Εγώ το νιώθω όμορφο, τρυφερό, σκληρό και αληθινό και θέλησα να το μοιραστώ με όποιον έχει τη διάθεση. Έχω υποχρέωση να ενημερώσω ότι (για μένα) είναι αρκετά σκληρό έως σοκαριστικό, χρειάζεται λίγο “γερό στομάχι”!
Δεν ήταν εύκολο να αποσπάσω τη συγκατάθεσή της για τη δημοσίευσή του αλλά το αποφάσισε και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Το αγάπησα γιατί με συντάραξε, και βεβαίως δεν είμαι κριτικός, είμαι απλά αναγνώστρια και θέλω να βγει στο “φως” του διαδικτύου. Ελπίζω να σας συγκινήσει όσο με συγκίνησε.
… να είστε καλοί μαζί του, σας παρακαλώ, γιατί γράφτηκε με αγάπη.

…και καλό του ταξίδι

English version

S o l e  r e f u g e

by Konstantina Chodrogianni

Chapter 1

The foul stench of rotten flesh along with excrement and urine pervading the small living-room was so over-powering that it could even suffocate a mouse. Still, Lou, an aged grey-haired poodle, as if his sense of smelling had lost its natural acuteness, slept in one corner of the room and breathed heavily. The ceiling had provided shelter to spider webs and the floor had turned into a free-way for flocks of ants and cockroaches. The room, somewhere in a small town in Arizona, was not heavily furnished. There were only a TV cabinet for the television that was on during the day-time, two dishevelled chairs, piles of old books and a coffee-table placed next to the central piece of the room, an old upholstered sofa bought almost sixteen years ago at a flee market. It used to be brown and leathery, but now the plastic cover hid its original material. As for the sofa’s legs, they were not visible any more, for the weight had melted them like candles.

“What a lovely day!” said Tony and looked out the window. The drapes were half-closed; still some beams of the rising sun penetrated the room and lit it up. Lou yawned and wearily got up, stretched his back legs and approached his mistress. He put his snout on her lap and licked her fingers as if searching for a treat. She petted his head and whispered words of affection to him. She loved Lou, because he had been her sole companion for the past six years of her life. Tony reached for the remote control without any effort, since it was left on the arm of the sofa, and turned on the TV.

“Are you hungry, boy? Are you?” she said. “Be patient. It won’t be long before Mary comes by to bring us breakfast.”

As soon as she uttered these words, Mary, a young girl in her early 20s and Tony’s supplier, entered the room with groceries in her hands. She was always so punctual and Tony felt so lucky to have found her through that newspaper ad when she was looking for a grocery supplier some years ago. Prudence was Tony’s main quality. One would say that she had foreseen her current situation and had made the necessary arrangements to ensure her survival.

It had been six years since the last time she had left her house or woken up from her living-room sofa. Immobility in addition to her weight of 380 pounds had resulted in grafting her body to the plastic-covered fabric, as if she had been captive to that upholstered leathery old piece of furniture. The skin of her hips and lower back along with her upper arms had penetrated the plastic and had been literally fused to the sofa. She did not feel any pain as long as she did not make any sudden movements; her body had adjusted to her range of possible stretches and swirls. Luckily, her neighbour and old friend from next door, Teresa, came almost every day, did some housework which was basically running after the cockroaches and opening the windows so that some fresh air entered the room and took care of Tony’s personal hygiene, at least as much as she could, given the fact that almost half of her body was attached to the sofa. Teresa was a good friend; still, her behaviour was not only altruistic. Tony gave her a monthly allowance and had sworn her in secrecy that she would never call any doctor or the police. Without any second thoughts, Teresa had respected her wish. Due to her heart condition, she couldn’t work and that was the closest to a job she could manage. To make matters worse, she was so poor that she could not afford to disagree with Tony. It was not only that though; Teresa genuinely respected Tony despite her condition. They had been friends since their early childhood; they lived in the same neighbourhood and had been classmates since the first grade. Tony considered her the sister she never had and Teresa always thought that there was something divine about Tony. Indeed, she looked like a goddess and the sofa was her aisle. Although she only had Lou to cherish her, it was clear she felt contented.

Mary greeted Tony in a lifeless manner, hurriedly placed the bags next to the sofa and refilled the jugs of water that were on the coffee-table. Tony opened a pack of donuts and, in a mouthful, gobbled a chocolate one. At one point, food used to be comforting and even soothing, but now it was just food. Her appetite was not easily saturated and Tony had surrendered to her fleshly passion. Lou came closer to the sofa in hopes of getting himself a treat and Tony didn’t let him down; after all, there were plenty of goodies for both of them.

Tony felt such gratitude that she had Mary and Teresa in her life to help her out. Although she had been left all alone after her parents had died, she did not complain. Solitude was something that she had chosen, something she enjoyed, because it provided her with safety. Before Mary made her way out, she announced that she had found a new job, full-time for once, and, therefore, she would have to stop working for her. Tony was not worried. She would find a new assistant at no time, because that position was very well-paid. Thanks to her parents who had left her a decent monthly income, her financial independence had been assured.

Chapter 2

Thousands of miles away, Erin tied the laces of her sport shoes really tightly, fixed her long hair in a ponytail and hurried down the stairs to do her daily training. She practiced really hard, for her goal was to break her running records. If she made it, she would be accepted in Berkeley with a full scholarship and then all her aspirations would be realized. Her plan was really simple and well-organized. She would study sociology for her bachelor’s degree. Then, she would have her master’s degree in African cultures and in turn she would complete her PhD through a series of travels in Africa. She would conduct anthropological surveys in various tribes. Only the thought of her plan made her ecstatic. It would be strenuous, but feasible.

As soon as she reached the park, she got disappointed. It had been raining for days and the ground was rather muddy and slippery. She would not be able to challenge herself or her record that day. Still, she decided to stay for practice’s sake and do some rounds. Right when she started to run, she heard some children yelling. They were on their bikes fooling around with each other. She turned her head to search where that noise came from and before she realized it, she stumbled on an external root of a tree. In less than seconds, she managed to keep her balance and not get thrown down, but the slipperiness of the soil worked against her. She slid down twisting her left ankle until a tree broke her glide. At once, Erin reached for her foot with a grimace of torment on her face. She embraced her covered in mud foot and stood there for some time. Tears of physical pain and emotional distress run on her cheeks. Mostly though, she cried for the possibility of not attaining her ambitious goals. If she was injured, then she would have to say goodbye to Berkeley and all she was hoping for to achieve. She would be useless and a failure. There would be no alternatives.

After a while, she called her mother from her cell-phone who rushed to the park to take her to the doctor. As it was expected, Erin suffered from a severe sprain on her ankle and the doctor recommended two weeks of resting. Naturally, that would be a major hindrance to her training and, thus, it would slow her down. Her mother attempted to suggest other universities offering scholarships. Erin was absolute; it would be either Berkeley or nothing.

Chapter 3

Tony felt so lucky that the grocery supplier’s ad had received so much response. Although most applicants had come and gone with a sense of disgust on their faces, she chose to ignore that and move to the next applicant. With the help of Teresa who answered the door, a girl entered the house. Her face revealed her terror, but Tony did not pay attention. She herself felt exposed and even invaded, because that girl was a stranger in her house. Oddly enough, after a while, she felt almost at ease.

The girl was pretty and looked kind-hearted. In her late teens, she wore a pair of shorts and sandals, and some tufts of her long blonde hair were falling on her face. She avoided staring at the mass of skin and fat, that deplorable spectacle. Erin felt like throwing up, but she stopped herself. Had she thrown up, the embarrassment she would cause to that woman would have been mortifying. Tony would have known that it was her who made her vomit. Therefore, she laid her eyes on Lou, who was lying in his usual corner, and made great efforts to keep her stomach calm.

“Where are you from, Erin?” asked Tony.

“Florida.” Erin replied.

“Are you a student?”

“I have just finished high school. College is not for me. I am not that good.”

“Ok. What you have to do is going to the stores or the supermarket and doing my shopping. I will give you my order through the phone and you will come by three times a week. Mind you, if you can’t cope with that schedule and be as punctual as you ought to be, say so now and I will understand.”

“No, it’s just fine. I can do it.”

“Are you absolutely sure?”

Erin nodded and looked at Tony. Her first impression of disgust had vanished. She felt sorry for her condition, but she could see that this woman was trapped into her own body. In her late twenty’s, she looked older than forty. Her face, although deformed by the fat, revealed that Tony used to be a pretty girl. Her brown sparkling eyes with the long thick eyelashes disclosed her good heart. That was all Erin needed to feel.

Weeks passed and Erin and Tony got along really well. Erin was a quite reliable helper and Tony appreciated it. However, it was not only that. Their business relationship evolved to a more personal one. Erin started going at Tony’s house more than three times a week to get her order of shopping in person. They engaged in discussions about life in general but when it came to topics related to college ambition and planning, Tony would change the subject. Erin, on the other hand, had trusted her somewhat and shared her story of her injury and failure to enter Berkeley. She talked about the road trip she had taken before reaching Arizona and how she had packed her bags in her car and wandered around the different states on her way. It had been an adventure, but to Erin this was by far not an adventure at all; rather, more like an escape from what reminded her of her failure and her lost dream. All she wanted was to forget her past self and just be as it is. She did a number of lousy jobs, so that she could pay her rent in different motels and have something to eat. She did not know when she would be back; it could be never. All these months, her mother had been so worried and sad about her, but Erin was so deeply depressed that she would not go back and start over. Tony listened to her attentively while Teresa came in for Tony’s regular care. She walked slowly, for the past few days she had been feeling rather exhausted; her heart had started to fail her and she knew it, but didn’t say a word to Tony. She did not want to worry her. Instead, she tried to keep her spirits up and live every day to the fullest. While entering the house, she overheard their discussion and said:

“So, you are talking about your college dreams, girls, aren’t you? Oh, Tony I was always so jealous of your ambitious plans.”

“Teresa, please, stop! That is all in the past.” said Tony with anxious voice.

“You went to college, then Tony, didn’t you?” asked Erin driven by surprising curiosity.

“Oh, no, she didn’t. But she planned on travelling all over the world.” Teresa continued.

“Teresa, that’s enough! I don’t want to talk about these things. What happened happened.”

At once, silence spread in the room, except for Lou who barked twice as if to break the tension. Teresa didn’t say another word, bowed her head and looked nervously at her feet. She apologized in a low voice and slowly went to the bathroom to prepare the soap and water. Erin was left speechless, stood up, said goodbye and left.

The very next day, as Teresa was scraping the mould around the kitchen’s basin, her door-bell rang. She took off her gloves, sighed heavily and slowly made her way to the front door. It was Erin who had come to ask her whether Tony was alright. Teresa let her in and offered her a cup of coffee. They sat in the kitchen where Teresa’s husband, Ed, was there browsing his newspaper. Ed had the look of that poor, tired and lifeless guy, as if life had exhausted him. He worked in a factory and spent the rest of his time at home with Teresa. They had been high school sweethearts and got married as soon as they had graduated. Despite her inability to bear children, Ed adored her and had come to terms with being just the two of them. Both Teresa and Ed were kind and well-intended people and Erin felt comfortable at their home.

Teresa told her that Tony was just fine. It had been a hard day for her due to the bad weather. Erin persisted on finding out about Tony’s past and the reason she did not go to college. It was obvious that this conversation made Teresa nervous. She gave a deep stare at Ed who made no sound at all and said:

“It’s nothing of importance. Her parents were very poor and could not afford her going to school. Now, Erin, let it go. This whole thing is really unpleasant for Tony.”

Erin remained silent and thought that there was more than what Teresa just told her. Tony did not come by as a poor woman. The money she paid her was more than generous. No, it wasn’t because her parents didn’t have the money. It was something else and Erin felt somehow connected to Tony. The thought that what kept Tony out of college should be somehow relevant to her story passed through her mind. However, she respected Teresa and said no more.

As soon as Erin left, Ed put the newspaper down on the kitchen table and looked at Teresa.

“Don’t start, Ed!” said Teresa.

“How long do you think we should let her live like this?” Ed answered and continued “She is your friend and she doesn’t deserve this. It has been too long.”

“Ed, because she is my friend, I have to respect her wishes.”

“Ok, ok! But what if something happens to you or me, then what? Who will take care of her?”

“I’ve been doing that since her parents died and I’ll keep doing it for as long as God helps me.”

“Why don’t you tell that girl what happened? She seems nice and she could help you out with Tony. You know, I can’t be much of help, but I’m worried about you and I feel sorry for Tony as well. We all grew up together in the same neighbourhood. I still remember her running when we used to chase each other. My Gosh, she was fast!”

“No, Ed! Tony’s story is up to her to tell. I will never betray her and you’d better not say a word either.”

“Honey, ten years is too much. She has to snap out of it and you should do something, before it’s too late for both of you.”

“Don’t I know it? But I can’t help her if she refuses to help herself. As for me, don’t worry. I’m as strong as a horse and I’m not planning on going anywhere.”

“It’s a shame though! She had so much to live for.” said Ed in a submissive tone.

“Yeah, she did…” said Teresa with a heavy sigh.

The same evening, Teresa went to Tony’s to check on her. She informed her of Erin’s visit and shared her concerns about Tony’s health.

“I think we should call a doctor, Tony, just to have a look at you. I’m worried… What if something happens while I’m not around?”

“My sweet Teresa… you’re always worried! Don’t be. I’m fine, I’m safe and I have you to thank for.”

“Don’t you miss the outside world? Don’t you miss having a walk? You used to be so vivacious and couldn’t stand still.” said Teresa, her face almost as pale as a sheet.

“No, I like the way things are. I have the TV to see the mess that is out there and I have Lou, apart from you, to feel loved. You know that you have always been my family. By the way, how are you? You don’t seem quite yourself these past few days.”

“You know, the same o’ same o’… nothing for you to worry about.”

Chapter 4

Days, weeks, months passed. Erin continued her work obligations as usual and Tony kept a more impersonal attitude towards her. Only Lou welcomed her wagging his tail. Tony dreaded the possibility of Erin initiating a discussion about her past. It had taken her years to surpass what had happened and now this young girl was trying to delve into what had been almost forgotten. Erin could see the change in Tony’s attitude and accepted it without complaint. She knew it would take some time before she gained back her trust.

On a regular Thursday, Erin went to Tony’s to leave the groceries. As soon as she entered the house, she knew something was up. The TV was off and Tony was in her usual spot, but her head had rolled over her right shoulder. That sight instantly alarmed Erin. She quickly placed the bags on the floor and went near her.

“Tony? Tony? What happened? Are you ok? What’s wrong?”

“Teresa’s gone! Last night, she had a heart attack.”

Erin stood silent and felt the tears coming down her cheeks.

“My friend, my sister, Teresa is dead. My only family is gone. I’m all alone now, Erin.”

“No, you’re not. I’ll take care of you.”

“No! You should leave, go to school and have a life. Go after your dreams and stop making them impossible to reach. If it isn’t Berkeley, it will be somewhere else.”

“No!” Erin exclaimed. “You have no right telling me what to do. You’re not my mother!”

“Do you want to end up like me? Do you? ‘Cause, honey, let me tell you something. I didn’t get to be the monster you see that I am today, because I had a sweet-tooth. What you see here is not glut-tony!” Tony was now yelling and sobbing at the same time.

“You’re not a monster Tony.” Erin’s voice broke into sobs too.

“I am what I am, because I couldn’t deal with what life threw at me. Don’t be a coward. Be strong and accept the fact that life will have many obstacles. It’s there for you to grasp and make the best of it.”

“I’m not a coward, I’m just worthless. The only thing I was good at slipped off my fingers.”

“Running is not all you can do, Erin. Trust me. Your injury is just a minor setback to what you can achieve.”

“What happened, Tony?” Erin asked abruptly. “If you want me to believe a word you say, you have to tell me what put a halt to your dreams and nailed you to this sofa.”

Tony looked at her with watery eyes and said: “Do you really want to know?”

Erin nodded.

Chapter 5

That awful day, that tragic day she had so eagerly tried to take off her mind ran before her eyes. As a young girl, she had so many aspirations! She had it all planned out. She would get her bachelor’s degree in cultural studies and then she would travel all around the world to examine the different cultures in places that were hardly traceable on the map. She longed to discover the unknown world. What she saw and learnt at school was not enough. She craved for the unknown and nothing would have been an obstacle to her ambitions. She feared nothing. Until that day, that earth-shuttering day… It was her senior year in high school and senior prom had finally arrived. Tony did not really care for it that much. She was well aware that boys and partying were things that she would enjoy in the long run of her college days. Still, she had been asked by someone to go and had accepted rather indifferently. If only she had declined! Things would have been different. The prom took place in a luxurious hotel near the City Hall. When she arrived, she looked for the bathroom. Tony was not the type of girl used to being all-dressed up and having makeup on. She had accidentally rubbed her face with her hand on her way there and her face had turned into a somewhat smudge. The hotel was rather huge or at least it looked huge from the eyes of a teenage girl. She thought that would be her first step to the unknown land and she would better be prepared for the exciting experiences to come. She left the Ball room and looked for her way to the ladies room. Luckily, a man gave her directions and as soon as she entered the bathroom, she stood in front of the mirror to clean her face. She got so preoccupied with rubbing the smudge off her face, that it was too late before she realized that there was a male figure on the mirror standing right behind her. She got startled and before she could even react or say anything, she was thrown down with indescribable roughness. The man driven by rage and animal desire immobilized her and took off her underpants. Tony was petrified, she offered no resistance. She just stood still and closed her eyes. It took one whole hour before someone came looking for her. She was curled up like a foetus and unable to respond.

Chapter 6

The next day, it was time for goodbye. For the first time Erin approached that dominant piece of furniture, so that she could hold Tony’s hand. A sense of relief and sadness had overpowered her. It was a strange feeling for Tony, since nobody, except for Teresa, had ever touched her these past years. Both girls with their hands clenching one another, their fingers wrapped like a skein, stood silent and cried. They didn’t say a word. Erin wanted to tell her that she was going back home and that she would take her exams again to go to college, to any college. She wanted to thank her, because she felt grateful for Tony’s entrusting her with her secret and for her confidence in her. She wanted to say how sorry she was that her friend had experienced such an ordeal. She wanted to say so much more, but not a single word would come out of her mouth. She just stood still in silence with watery eyes.

“You don’t have to say a word. I know… Good luck my sweet girl.” Those were the only words that Tony could articulate herself. Grief along with relief poured her heart. She watched Erin leave and it was as if she was standing up and leaving with her as well. One of those days, she would.

Lou sat next to his mistress’ feet and breathed heavily. The TV was off and Tony looked as if utterly surrendered to the sofa’s sheltering nest. No heartbeat, no sound, no movement. No breath. Only that stench of rotten flesh, feces and urine. The doctors later might say that her death was caused due to a pulmonary embolus or septicaemia, but the grimace of her life-less face, almost resembling a smile, revealed that it was time that Tony moved on. She had finally broken the chains of her tragic past and the upholstered leathery sofa. The sun beams dodging the window drapes portended that it was going to be a lovely day.

Ελληνική απόδοση

Τ η ς  Ψ υ χ ή ς  Τ ο  Κ α τ α φ ύ γ ι ο

της Κωνσταντίνας Χονδρογιάννη

Η νοσηρή δυσωδία σάπιου κρέατος σε συνδυασμό με την διάχυτη οσμή κοπράνων κι ούρων είχε εμποτίσει το μικρό σαλονάκι σε βαθμό που θα μπορούσε κυριολεκτικά να προκαλέσει ασφυξία σε ποντίκι. Παρ’όλα αυτά, ο Λου, ένα γέρικο γκριζομάλλικο σκυλί, σαν η όσφρηση του να είχε χάσει την φυσική της οξύτητα, κοιμόταν σε μια γωνιά του δωματίου κι ανέπνεε βαριά. Το ταβάνι φάνταζε σαν τοιχογραφία ζωγραφισμένη από ιστούς αράχνης και το πάτωμα είχε μετατραπεί σε μικρά μονοπάτια για κοπάδια μυρμηγκιών και κατσαριδών. Το δωμάτιο, κάπου σε μια μικρή πόλη της Αριζόνας, δεν ήταν βαριά επιπλωμένο. Αντιθέτως, υπήρχε μόνο ένα τραπεζάκι για την τηλεόραση, που ήταν ανοιχτή κατά την διάρκεια της ημέρας, δυο ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, στοίβες από παλιά βιβλία κι ένα μικρό τραπέζι του καφέ τοποθετημένο δίπλα στο κεντρικό έπιπλο του δωματίου, έναν παλιό καναπέ που είχε αγοραστεί περίπου πριν 16 χρόνια σε κάποια υπαίθρια αγορά. Κάποτε το χρώμα του ήταν καφέ και το υλικό του δέρμα, αλλά τώρα το πλαστικό κάλυμμα έκρυβε την αυθεντική ταπετσαρία. Όσο για τα πόδια, δεν φαίνονταν πλέον, μιας και το βάρος τα είχε λιώσει σαν κεριά.

«Τι όμορφη μέρα!» είπε η Τόνυ και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Αν κι οι κουρτίνες ήταν μισόκλειστες, κάποιες αχτίδες του ανατέλλοντος ηλίου είχαν διεισδύσει το δωμάτιο και το είχαν ήδη φωτίσει. Ο Λου χασμουρήθηκε και νωχελικά σηκώθηκε από την γωνιά του, τέντωσε τα πίσω πόδια του και πλησίασε την κυρία του. Έβαλε την μουσούδα του στα γόνατα της και έγλειψε τα δάχτυλα της σαν να έψαχνε για κάτι φαγώσιμο. Εκείνη χάιδεψε το κεφάλι του και του ψιθύρισε γλυκόλογα. Αγαπούσε πολύ τον Λου, ήταν ο μοναδικός της σύντροφος άλλωστε τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής της. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, έπιασε το τηλεκοντρόλ από το μπράτσο του καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση.

«Πεινάς αγόρι μου;» τον ρώτησε και συνέχισε «Κάνε υπομονή. Πολύ σύντομα η Μαίρη θα έρθει και θα φέρει το πρωινό μας.»

Δεν πέρασε ούτε λεπτό από την στιγμή που άρθρωσε αυτές τις κουβέντες κι η Μαίρη, ένα νεαρό κορίτσι κάπου στα 20 και προμηθευτής της Τόνυ, μπήκε στο σπίτι με ψώνια στα χέρια. Ήταν πάντα τόσο ακριβής κι η Τόνυ αισθανόταν τόσο τυχερή που την είχε βρει από εκείνη την αγγελία όταν έψαχνε κάποιον να της κάνει τα ψώνια χρόνια πριν. Κάποιος θα έλεγε ότι είχε προβλέψει την τωρινή της κατάσταση κι είχε πάρει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει την επιβίωση της.

Έξι ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που είχε βγει από το σπίτι ή είχε σηκωθεί από τον καναπέ. Η ακινησία σε συνδυασμό με το βάρος των 190 κιλών είχαν σαν αποτέλεσμα κυριολεκτικά να την καθηλώσουν στο παλιό αυτό έπιπλο, σαν να ήταν δέσμια του, κάποτε δερμάτινου, καναπέ. Το δέρμα των γοφών της και χαμηλά της πλάτης μαζί με το πίσω μέρος των μπράτσων της είχε διαπεράσει το πλαστικό κάλυμμα και στην κυριολεξία είχε γίνει ένα με τον καναπέ. Δεν ένιωθε καθόλου πόνο, αρκεί να μην έκανε απότομες κινήσεις. Το σώμα της πλέον είχε προσαρμοστεί μηχανικά στο εύρος των εφικτών κινήσεων της. Για καλή της τύχη, η παλιά φίλη και γειτόνισσα της, Τερέζα, την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά, έκανε κάποιες δουλειές, οι οποίες στην ουσία ήταν να κυνηγάει τις κατσαρίδες και να ανοίγει τα παράθυρα ώστε να αερίζεται το σπίτι, και φρόντιζε την προσωπική υγιεινή της Τόνυ, τουλάχιστον όσο της επέτρεπαν οι συνθήκες δεδομένου ότι το μισό της σώμα ήταν κολλημένο στον καναπέ. Η Τερέζα ήταν καλή φίλη, αλλά η στάση της δεν ήταν μόνο αλτρουιστική. Η Τόνυ της έδινε ένα μηνιαίο χαρτζιλίκι και την είχε ορκίσει να μην καλέσει ποτέ ούτε την αστυνομία ούτε κανένα γιατρό. Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Τερέζα είχε σεβαστεί την επιθυμία της. Εξ’αιτίας της κατάστασης της καρδιάς της, δεν μπορούσε να δουλέψει κι αυτή ήταν ίσως η μοναδική δουλειά που θα μπορούσε να αναλάβει. Επιπλέον, ήταν τόσο οικονομικά ανήμπορη που δεν είχε την πολυτέλεια να απορρίψει την πρόταση της Τόνυ. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η αλήθεια είναι ότι σεβόταν απεριόριστα την Τόνυ παρά την κατάσταση της. Ήταν φίλες από την πρώιμη παιδική τους ηλικία. Είχαν γεννηθεί στην ίδια γειτονιά κι ήταν μαζί στο σχολείο από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Η Τόνυ την θεωρούσε την αδερφή που ποτέ δεν είχε κι η Τερέζα πάντα θαύμαζε την Τόνυ με ιδιαίτερη ευλάβεια. Πράγματι, κάποιες φορές έμοιαζε σαν θεά κι ο καναπές ήταν ο βωμός της. Αν κι είχε μόνο τον Λου να την λατρεύει, ήταν σαφές ότι εκείνη ένιωθε ικανοποίηση.

Η Μαίρη χαιρέτισε την Τόνυ ξεψυχισμένα, τοποθέτησε βιαστικά τις σακούλες δίπλα στον καναπέ και γέμισε τις κανάτες του νερού που ήταν στο τραπεζάκι. Η Τόνυ άνοιξε ένα πακέτο με ντόνατς και με μια μπουκιά καταβρόχθισε ένα σοκολατένιο. Σε κάποια φάση, το φαγητό της πρόσφερε παρηγοριά και λειτουργούσε σχεδόν καταπραϋντικά. Πλέον, ήταν απλά φαγητό. Η όρεξη της δύσκολα έφτανε σε κορεσμό κι η Τόνυ είχε πλέον παραδοθεί στο σαρκικό της πάθος. Ο Λου πλησίασε τον καναπέ με την ελπίδα να πάρει μεζεδάκι κι η κυρά του δεν τον απογοήτευσε. Άλλωστε, υπήρχαν μπόλικα καλούδια και για τους δυο.

Η Τόνυ ένιωθε ευγνώμων που είχε στην ζωή της την Μαίρη και την Τερέζα. Αν κι είχε μείνει τελείως μόνη μετά τον θάνατο των γονιών της, δεν παραπονιόταν. Η μοναξιά ήταν κάτι που είχε επιλέξει κι απολάμβανε, της παρείχε ασφάλεια. Πριν φύγει η Μαίρη, της ανακοίνωσε ότι είχε βρει μια καινούρια δουλειά, πλήρους απασχόλησης αυτήν την φορά, κι ότι δεν θα μπορούσε να της κάνει πλέον τα ψώνια. Η Τόνυ δεν ανησύχησε ούτε στιγμή. Θα έβρισκε βοηθό σε χρόνο μηδέν, αφού αυτό το πόστο πληρωνόταν πολύ γενναιόδωρα. Χάρη στους γονείς της που της είχαν αφήσει ένα αξιοσέβαστο μηνιαίο εισόδημα, η οικονομική της ανεξαρτησία ήταν εξασφαλισμένη.

Χιλιάδες μίλια μακριά, η Έριν έδεσε τα κορδόνια της σφιχτά, έπιασε κοτσίδα τα μακριά της μαλλιά και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά για να ξεκινήσει την καθημερινή της προπόνηση. Έκανε σκληρή προπόνηση, επειδή είχε στόχο να σπάσει το προσωπικό της ρεκόρ στο τρέξιμο. Αν τα κατάφερνε, θα την δέχονταν στο Μπέρκλι με υποτροφία και τότε θα πραγματοποιούσε όλες τις φιλοδοξίες της. Το σχέδιο της ήταν απλό, αλλά πολύ καλά οργανωμένο. Θα σπούδαζε κοινωνιολογία ως πρώτο πτυχίο και στην συνέχεια θα έκανε ένα μεταπτυχιακό στις Αφρικάνικες κουλτούρες με κατάληξη ένα διδακτορικό που θα το πραγματοποιούσε μέσα από αναρίθμητα ταξίδια σε χώρες της Αφρικής. Διακαής της πόθος ήταν να διεξάγει ανθρωπολογική έρευνα σε διαφορετικές φυλές, έτσι ώστε να κατανοήσει και να προβάλλει την μοναδικότητα τους. Το σχέδιο της απαιτούσε σκληρή δουλειά, αλλά ήταν εφικτό.

Αμέσως μόλις έφτασε στο πάρκο, απογοητεύτηκε. Η βροχή των προηγούμενων ημερών είχε αφήσει το έδαφος λασπώδες και γλιστερό, με αποτέλεσμα να μην της επιτρέπει να προκαλέσει την επίδοση της. Παρ’όλα αυτά, αποφάσισε να μείνει για χάρη της προπόνησης και μόνο. Την στιγμή που ξεκίνησε να τρέχει, άκουσε φωνές παιδιών που έπαιζαν με τα ποδήλατα τους. Η Έριν γύρισε το κεφάλι της να ψάξει από πού έρχονται οι φωνές και πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει, το πόδι της σκόνταψε σε μια εξωτερική ρίζα ενός δέντρου. Σε κλάσματα δευτερόλεπτου, κατάφερε να κρατήσει την ισορροπία της και να μην πέσει κάτω, αλλά για κακή της τύχη η ολισθηρότητα του εδάφους λειτούργησε εις βάρος της. Γλίστρησε για κάμποσα μέτρα, έπεσε κάτω στραμπουλίζοντας το δεξί της πόδι και συνέχισε να σέρνεται στο έδαφος μέχρι κάποιο δέντρο να σταματήσει την φόρα της. Ευθύς αμέσως, η Έριν αγκάλιασε το πόδι της, ενώ ο μορφασμός του προσώπου της μαρτυρούσε τον πόνο που ένιωθε. Στάθηκε έτσι για λίγη ώρα και δάκρυα τόσο σωματικής όσο συναισθηματικής οδύνης και δυσφορίας έτρεχαν στα μαγούλα της. Κυρίως, έκλαιγε για την πιθανότητα να μην πραγματοποιήσει τους στόχους της. Ήταν ξεκάθαρο πως αν τραυματιζόταν, θα έπρεπε να αποχαιρετίσει το όνειρο του Μπέρκλι κι ό,τι ήλπιζε να πετύχει. Δεν υπήρχαν εναλλακτικές. Θα ήταν άχρηστη, με λίγα λόγια μια αποτυχημένη.

Μόλις συνήλθε, τηλεφώνησε στην μητέρα της η οποία έτρεξε στο πάρκο για να την πάει στον γιατρό. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Έριν υπέφερε από σοβαρό διάστρεμμα στον αστράγαλο της κι ο γιατρός σύστησε δυο βδομάδες ξεκούρασης. Αυτό φυσικά θα πήγαινε πίσω την προπόνηση της και μοιραία την επίδοση της. Η μητέρα της έκανε νύξεις για υποτροφίες άλλων πανεπιστημίων. Η Έριν όμως ήταν απόλυτη: είτε το Μπέρκλι είτε τίποτα.

Η Τόνυ αισθανόταν τόσο τυχερή που η αγγελία της είχε λάβει τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Αν κι οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι είχαν έρθει και φύγει με εμφανή αηδιασμένα πρόσωπα, η Τόνυ επέλεξε να αγνοήσει το γεγονός και να προχωρήσει στον επόμενο. Με την βοήθεια της Τερέζας που άνοιγε την πόρτα, ένα κορίτσι μπήκε στο σπίτι. Στο πρόσωπο της ήταν ζωγραφισμένος ο φόβος, αλλά η Τόνυ δεν έδωσε σημασία. Η ίδια αισθανόταν εκτεθειμένη και κατά κάποιον τρόπο παραβιασμένη, μιας και το κορίτσι ήταν μια άγνωστη μέσα στο σπίτι της. Παραδόξως, πολύ γρήγορα ένιωσε άνετα στην παρουσία του κοριτσιού.

Εκείνη ήταν όμορφη και φαινόταν καλόκαρδη. Γύρω στα 18, φορούσε σορτς και σανδάλια και τούφες από τα μακριά ξανθά μαλλιά της έπεφταν στο πρόσωπο της. Απέφευγε να κοιτάζει την μάζα λίπους και δέρματος, αυτό το αξιοθρήνητο θέαμα. Η Έριν ένιωθε ότι θα κάνει εμετό, αλλά αν δεν κρατιόταν, θα έφερνε σε δύσκολη θέση την γυναίκα που καθόταν απέναντι της. Χωρίς πολλή σκέψη, η Τόνυ θα αντιλαμβανόταν ότι ήταν εκείνη που της προκάλεσε αηδία κι αυτό θα ήταν απολύτως ταπεινωτικό. Επομένως, η Έριν έριξε το βλέμμα της στον Λου, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στην γνωστή του γωνιά, και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της και το στομάχι της ήσυχο.

«Από πού κατάγεσαι Έριν;» ρώτησε η Τόνυ.

«Από την Φλόριντα.» απάντησε η Έριν.

«Σπουδάζεις;»

«Μόλις τελείωσα το λύκειο. Το πανεπιστήμιο δεν είναι για μένα. Δεν είμαι αρκετά καλή.»

«Οk. Αυτό που θα έχεις να κάνεις είναι να πηγαίνεις στα καταστήματα ή στο σούπερμαρκετ και να κάνεις τα ψώνια μου. Θα σου δίνω την παραγγελία μου τηλεφωνικώς και θα έρχεσαι τρεις φορές την βδομάδα. Πρόσεξε, αν νομίζεις ότι δεν θα μπορέσεις να αντεπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου με όση το δυνατόν συνέπεια κι ακρίβεια, πες το τώρα και δεν θα ‘χω πρόβλημα.»

«Είναι όλα εντάξει. Θα τα καταφέρω.»

«Είσαι απολύτως σίγουρη;»

Η Έριν έγνεψε καταφατικά και κοίταξε την Τόνυ. Η πρώτη εντύπωση αηδίας είχε διαλυθεί. Λυπόταν για την κατάσταση της, ταυτόχρονα όμως καταλάβαινε ότι αυτή η γυναίκα ήταν δέσμια του σώματος της. Αν και λίγο πριν την ηλικία των 30, έμοιαζε μεγαλύτερη από 40. Το πρόσωπο της, αν και παραμορφωμένο από το πάχος, αποκάλυπτε ότι η Τονυ ήταν κάποτε ένα όμορφο κορίτσι. Τα καφέ της μάτια που άστραφταν με τις μακριές πυκνές μαύρες βλεφαρίδες φανέρωναν την καλή της καρδιά. Κι αυτό ήταν όλο που η Έριν είχε ανάγκη να νιώσει.

Βδομάδες πέρασαν και η συνεργασία μεταξύ των δυο κοριτσιών πήγαινε πολύ καλά. Η Έριν αποδείχτηκε μια πολύ αξιόπιστη βοηθός κι η Τόνυ το εκτιμούσε ιδιαίτερα. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η επαγγελματική τους σχέση εξελίχθηκε σε πιο προσωπική. Η Έριν άρχισε να επισκέπτεται την Τονυ περισσότερες από τρεις φορές την βδομάδα για να παίρνει τις παραγγελίες αυτοπροσώπως. Κάνανε συζητήσεις για ποικίλα θέματα, αλλά όταν η συζήτηση έφτανε σε προσωπικές φιλοδοξίες σχετικά με σπουδές και πανεπιστήμια, η Τόνυ άλλαζε το θέμα. Η Έριν, από την άλλη, είχε νιώσει εμπιστοσύνη κι είχε μοιραστεί με την Τόνυ την ιστορία του τραυματισμού της και της αποτυχίας της να πάει στο Μπέρκλι. Περιέγραψε την πορεία που είχε κάνει τους τελευταίους μήνες, πώς μάζεψε τα πράγματα της, πήρε το αυτοκίνητο κι έφυγε και πώς είχε περιπλανηθεί σε διαφορετικές πολιτείες πριν φτάσει στην Αριζόνα. Ήταν μια περιπέτεια, αλλά για την Έριν δεν ήταν διόλου αυτό. Αντιθέτως, ήταν η απόδραση από όλα όσα της θύμιζαν την αποτυχία της και τα χαμένα όνειρα της. Αυτό που επιθυμούσε ήταν να ξεχάσει τον παλιό της εαυτό κι απλά να υπάρχει. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού της, έκανε διάφορες χαζοδουλειές για να βγάζει τα έξοδα της, το λογαριασμό του εκάστοτε μοτέλ δηλαδή και του φαγητού της. Δεν ήξερε ποτέ θα γυρνούσε πίσω, ίσως ποτέ. Η μητέρα της όλον αυτόν τον καιρό ανησυχούσε για εκείνη και στενοχωριόταν, όμως η Έριν ένιωθε τόσο άσχημα που δεν άντεχε να γυρίσει και να ξεκινήσει από την αρχή. Η Τόνυ την άκουγε προσεχτικά καθώς η Τερέζα μπήκε στο σπίτι για μια από τις προγραμματισμένες συναντήσεις τους. Περπατούσε αργά, μιας και τις τελευταίες μέρες ένιωθε εξαντλημένη. Η καρδιά της είχε αρχίσει να της δημιουργεί πρόβλημα ακόμη και στις απλές καθημερινές τις ασχολίες. Το γνώριζε καλά, αλλά δεν έλεγε κουβέντα στην Τόνυ. Δεν ήθελε να την ανησυχήσει. Αντ’αυτού, δεν έχανε το κέφι της και προσπαθούσε να ζει την κάθε μέρα ξεχωριστά. Κατά την είσοδο της στο σπίτι, άκουσε τυχαία την συζήτηση τους κι είπε:

«Ώστε μιλάτε για τις φοιτητικές σας φιλοδοξίες, κορίτσια ε; Αχ, Τόνυ, πόσο ζήλευα πάντα τα δικά σου όνειρα!»

«Σταμάτα σε παρακαλώ Τερέζα. Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.»

«Δηλαδή έχεις σπουδάσει Τόνυ;» ρώτησε η Έριν κυριευμένη από ακατανίκητη περιέργεια.

«Αχ, όχι. Δεν σπούδασε τελικά. Αλλά ονειρευόταν να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο.» συνέχισε η Τερέζα.

«Τερέζα, αρκετά! Δεν θέλω να συζητάω αυτό το θέμα. Ό,τι έγινε, έγινε.»

Με μιας, σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Μονάχα ο Λου γάβγισε κάνα δυο φορές, λες κι ήθελε να διαλύσει την ένταση. Η Τερέζα δεν ξαναείπε κουβέντα, κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε νευρικά τα πόδια της. Ζήτησε συγνώμη χαμηλόφωνα και με αργές κινήσεις προχώρησε στο μπάνιο για να ετοιμάσει το νερό και το σαπούνι. Η Έριν είχε μείνει άφωνη, σηκώθηκε από την καρέκλα, είπε αντίο κι έφυγε.

Την επόμενη μέρα, καθώς η Τερέζα έξυνε την μούχλα που είχε πιάσει ο νεροχύτης της κουζίνας, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Έβγαλε τα γάντια που φορούσε, αναστέναξε βαριά και σιγά-σιγά πήγε προς την πόρτα. Ήταν η Έριν που είχε έρθει να μάθει αν η Τόνυ ένιωθε καλύτερα. Η Τερέζα της είπε να περάσει μέσα και της πρόσφερε καφέ. Κάθισαν στην κουζίνα όπου ο άντρας της Τερέζας, ο Εντ, ξεφύλλιζε μια εφημερίδα. Ο Εντ είχε το παρουσιαστικό ενός ταλαίπωρου κι άψυχου τυπάκου, λες κι η ζωή η ίδια τον είχε εξαντλήσει. Εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο και περνούσε τον υπόλοιπο χρόνο της ημέρας σπίτι με την Τερέζα. Ήταν ζευγάρι από το σχολείο κι είχαν παντρευτεί αμέσως μετά την αποφοίτηση τους. Παρά την αδυναμία της να κάνει παιδιά, ο Εντ την λάτρευε κι είχε αποδεχτεί το γεγονός να είναι μόνο οι δυο τους. Ήταν κι οι δυο αγαθοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι κι η Έριν αισθανόταν άνετα στο σπίτι τους.

Η Τερέζα της είπε ότι η Τονυ ήταν μια χαρά. Απλά ήταν μια δύσκολη μέρα για εκείνη εξ’αιτίας του κακού καιρού. Η Έριν επέμεινε να μάθει για το παρελθόν της Τόνυ και, πιο συγκεκριμένα, τον λόγο που δεν σπούδασε τελικά. Ήταν προφανές ότι αυτή η συζήτηση δημιουργούσε αμηχανία στην Τερέζα. Κοίταξε επίμονα τον Εντ, ο οποίος δεν έβγαλε μιλιά, κι είπε:

«Τίποτα σημαντικό. Απλά, οι γονείς της ήταν πολύ φτωχοί και δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα του πανεπιστήμιου. Έριν, άστο καλύτερα. Αυτό το θέμα είναι πολύ δυσάρεστο για την Τόνυ.»

Η Έριν σώπασε και σκέφτηκε ότι η Τερέζα κάτι έκρυβε. Ήταν ξεκάθαρο ότι η Τόνυ δεν προερχόταν από οικογένεια με οικονομική στενότητα. Τα χρήματα που πληρωνόταν η ίδια για τις υπηρεσίες της ήταν υπερβολικά καλά. Όχι, ο λόγος που δεν σπούδασε δεν ήταν επειδή οι γονείς της δεν είχαν χρήματα. Ήταν σίγουρα κάτι άλλο το οποίο ένιωθε ότι την συνδέει με την Τόνυ. Η σκέψη ότι αυτό που εμπόδισε την Τονυ είναι σχετικό με την δική της ιστορία πέρασε από το μυαλό της. Παρ’όλα αυτά, επειδή σεβόταν την Τερέζα, δεν αναφέρθηκε άλλο στο θέμα.

Με το που έφυγε η Έριν, ο Εντ ακούμπησε την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και κοίταξε την Τερέζα.

«Μην αρχίζεις Εντ!» είπε η Τερέζα γνωρίζοντας που θα πήγαινε την συζήτηση ο άντρας της.

«Πόσο καιρό ακόμη πιστεύεις ότι πρέπει να την αφήνουμε να ζει έτσι;» είπε ο Εντ και συνέχισε «Είναι φίλη σου και δεν της αξίζει να ζει σε υπό αυτές τις συνθήκες. Πάει πολύς καιρός τώρα. Φτάνει!»

«Εντ, επειδή είναι φίλη μου οφείλω να σεβαστώ την επιθυμία της.» απάντησε η Τερέζα.

«Καλά, καλά. Αν όμως κάτι συμβεί σε σένα ή σε μένα; Τότε, τι θα γίνει; Ποιος θα την φροντίσει;»

«Έχω αναλάβει αυτήν την κατάσταση από τότε που πέθαναν οι γονείς της και θα συνεχίσω όσο μου το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου.»

«Γιατί δεν λες στο κορίτσι τι συνέβη; Μου φαίνεται καλή κοπέλα και θα μπορούσε να σε βοηθήσει με την Τόνυ. Ξέρεις καλά ότι εγώ δεν μπορώ να κάνω πολλά, αλλά ανησυχώ για σένα κι επιπλέον λυπάμαι πολύ για την Τόνυ. Άλλωστε, όλοι μαζί μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Ακόμα την θυμάμαι πώς έτρεχε όταν κυνηγούσαμε ο ένας τον άλλον. Πόσο γρήγορη ήταν!»

«Όχι Εντ! Αποκλειστικά και μόνο η Τόνυ θ’αποφασίσει με ποιον θα μοιραστεί την ιστορία της. Δεν θα την προδώσω ποτέ κι εσύ φρόντισε να μην πεις κουβέντα.»

«Αγάπη μου, δέκα χρόνια είναι πολύς καιρός. Πρέπει με κάποιον τρόπο να συνέλθει κι εσύ πρέπει να κανείς κάτι γι’αυτό πριν είναι αργά και για τις δυο σας.»

«Νομίζεις δεν το ξέρω; Δεν μπορώ όμως να την βοηθήσω αν δεν θέλει η ίδια να βοηθήσει τον εαυτό της. Όσο για μένα, μην ανησυχείς. Αισθάνομαι πολύ καλά και δεν σκοπεύω να πάω πουθενά για πολύ καιρό ακόμα.»

«Είναι κρίμα πάντως. Είχε τόσα πολλά να ζήσει.» είπε ο Εντ υποτακτικά πλέον.

«Όντως! Τόσα πολλά…» είπε η Τερέζα ανασταίνοντας βαριά.

Το ίδιο βράδυ, η Τερέζα πήγε να δει την Τόνυ. Την ενημέρωσε για την επίσκεψη της Έριν και μοιράστηκε τις ανησυχίες της για την υγεία της Τόνυ.

«Νομίζω πως πρέπει να σε δει γιατρός. Ανησυχώ…Αν κάτι σου συμβεί όταν δεν θα είμαι κοντά σου, τι θα γίνει;»

«Γλυκιά μου Τερέζα… πάντα ανησυχείς! Δεν χρειάζεται. Είμαι καλά, ασφαλής κι έχω εσένα να ευγνωμονώ.»

«Δεν σου λείπει ο έξω κόσμος; Να κάνεις μία βόλτα; Κάποτε ξεχείλιζες από ζωή και δεν άντεχες να μένεις στο ίδιο σημείο ούτε λεπτό.» είπε η Τερέζα με πρόσωπο χλωμό σαν πανί.

«Καθόλου! Μου αρέσουν όπως είναι τα πράγματα. Έχω την τηλεόραση για να βλέπω τον χαμό που επικρατεί εκεί έξω κι έχω τον Λου, εκτός από σένα, για να παίρνω αγάπη. Το ξέρεις πως πάντα σε θεωρούσα οικογένεια μου. Παρεμπιπτόντως, εσύ πώς είσαι; Δεν μου φαίνεσαι ο εαυτός σου τον τελευταίο καιρό.»

«Ξέρεις…τα γνωστά… Τίποτα για ν’ανησυχείς.»

Μέρες, βδομάδες, μήνες πέρασαν. Η Έριν συνέχισε τα επαγγελματικά της καθήκοντα όπως πάντα, ενώ η Τόνυ κράτησε μια πιο τυπική στάση. Μόνο ο Λου την υποδεχόταν χαρούμενος κουνώντας την ουρά του. Η Τόνυ έτρεμε το ενδεχόμενο η Έριν να κάνει κάποια νύξη για το παρελθόν της. Της είχε πάρει χρόνια για να ξεπεράσει ό,τι είχε συμβεί και τώρα αυτό το κορίτσι προσπαθούσε να σκαλίσει ό,τι είχε σχεδόν ξεχαστεί. Η Έριν αντιλαμβανόταν την αλλαγή στην συμπεριφορά της Τόνυ, αλλά το αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα. Γνώριζε ότι θα χρειαζόταν χρόνος για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη της.

Μια από τις κανονισμένες Πέμπτες, η Έριν πήγε να αφήσει τα ψώνια. Αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι, κατάλαβε ότι κάτι είχε γίνει. Η τηλεόραση ήταν κλειστή κι η Τονυ στο γνωστό της σημείο με μονή διαφορά ότι το κεφάλι της είχε γείρει στον δεξί της ώμο. Το θέαμα αυτό τρόμαξε την Έριν. Βιαστικά τοποθέτησε τις σακουλές στο πάτωμα και πλησίασε την Τόνυ.

«Τόνυ! Τόνυ! Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; Τι έγινε;»

«Η Τερέζα πέθανε! Χθες το βράδυ, υπέστη καρδιακή προσβολή.»

Η Έριν έμεινε ακίνητη κι ένιωσε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα της.

«Η φίλη μου, η αδερφή μου, η Τερέζα μου πέθανε. Η μοναδική μου οικογένεια χάθηκε. Είμαι μόνη μου τώρα, Έριν.»

«Όχι, δεν είσαι. Θα σε φροντίζω εγώ.»

«Όχι! Πρέπει να φύγεις, να σπουδάσεις, να ΖΗΣΕΙΣ! Κυνήγησε τα όνειρα σου και σταμάτα να τα κάνεις ακατόρθωτα. Αν δεν είναι στο Μπέρκλι, θα είναι κάπου αλλού.»

«Όχι!» φώναξε η Έριν. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου λες τι θα κάνω! Δεν είσαι η μάνα μου!»

«Θες να καταντήσεις σαν και μένα; Θες; Άκουσε με προσεκτικά, κοπέλα μου! Δεν έγινα το τέρας που βλέπεις σήμερα, επειδή μου άρεσε πολύ τα φαγητό. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου δεν είναι αποτέλεσμα λαιμαργίας.» η Τόνυ πλέον ούρλιαζε κι έκλαιγε με λυγμούς.

«Δεν είσαι τέρας Τόνυ.» κατάφερε να ψελλίσει η Έριν μέσα από αναφιλητά.

«Είμαι αυτό που είμαι επειδή δεν κατάφερα να διαχειριστώ αυτά που μου έφερε η ζωή. Μην δειλιάζεις! Είσαι δυνατή! Αποδέξου λοιπόν ότι η ζωή θα έχει πολλά εμπόδια. Στο χέρι σου είναι να τα αντιμετωπίσεις και να τα ξεπεράσεις.»

«Δεν είμαι δειλή. Μόνο ανίκανη. Σ’ένα πράγμα ήμουν καλή κι αυτό το έχασα μέσα από τα χέρια μου.»

«Το τρέξιμο δεν είναι το μόνο που ξέρεις καλά να κάνεις. Πίστεψε με! Ο τραυματισμός σου ήταν απλά μια αναποδιά σε όλα αυτά που μπορείς να πετύχεις.»

«Τι συνέβη, Τόνυ;» αιφνίδια ρώτησε η Έριν. «Αν θες να πιστέψω λέξη από όλα αυτά που μου λες, πρέπει να μου πεις τι σταμάτησε τα δικά σου όνειρα και σε καθήλωσε σε αυτόν τον καναπέ.»

Με υγρά μάτια, η Τόνυ την κοίταξε κι είπε: «Θες πραγματικά να μάθεις;»

Η Έριν έγνεψε καταφατικά.

Εκείνη η τρομερή μέρα, η τραγική μέρα που είχε προσπαθήσει διακαώς να αποβάλλει από την σκέψη της πέρασε μπροστά από τα μάτια της. Ως νεαρό κορίτσι, είχε τόσες φιλοδοξίες. Τα είχε όλα σχεδιάσει επιμελώς. Θα έπαιρνε το πτυχίο της στις πολιτισμικές σπουδές και μετά θα όργωνε όλη την υφήλιο για να εξετάσει κουλτούρες σε μέρη που δεν βρίσκονταν καλά-καλά ούτε στον χάρτη. Αδημονούσε να ανακαλύψει άγνωστους κόσμους. Αυτά που μάθαινε στο σχολείο δεν αρκούσαν. Λαχταρούσε το άγνωστο και τίποτα δεν θα στεκόταν εμπόδιο στα σχέδια της. Δεν είχε φόβο, μόνο λαχτάρα. Μέχρι εκείνη τη μέρα, τη συνταρακτική μέρα…

Ήταν η τελευταία χρονιά του λυκείου κι επιτέλους η μέρα του ετήσιου χορού είχε έρθει. Το γεγονός αυτό άφηνε την Τόνυ σχεδόν αδιάφορη, μιας και γνώριζε καλά ότι τα αγόρια και τα πάρτι θα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της φοιτητικής της ζωής και, συνεπώς, θα τα απολάμβανε στην πορεία. Ωστόσο, είχε δεχτεί την πρόταση κάποιου και θα πήγαινε. Εάν μόνο είχε αρνηθεί! Θα ήταν όλα διαφορετικά! Ο χορός θα λάμβανε χώρα σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο κοντά στο Δημαρχείο. Όταν έφτασε εκεί, έψαξε για τις τουαλέτες. Η Τόνυ δεν ήταν συνηθισμένη να φορά επίσημα ρούχα και μακιγιάζ. Ως εκ τούτου, πηγαίνοντας στο χορό είχε τρίψει κατά λάθος με το χέρι το πρόσωπο της με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί το μακιγιάζ σχεδόν σε μουτζούρα. Το ξενοδοχείο ήταν τεράστιο ή τουλάχιστον φαινόταν τεράστιο μέσα από τα μάτια μιας έφηβης. Σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν το παρθενικό της βήμα σε άγνωστα μέρη και καλά θα έκανε να είναι προετοιμασμένη για όλες τις συναρπαστικές εμπειρίες που θα έρχονταν. Βγήκε από την αίθουσα χορού κι άρχισε να ψάχνει τις τουαλέτες. Για καλή της τύχη, ένας άντρας της έδωσε οδηγίες και πολύ γρήγορα βρέθηκε μπροστά στον καθρέφτη για να καθαρίσει την μουτζούρα που είχε καταφέρει. Απορροφήθηκε τόσο πολύ στο να τρίβει τις κηλίδες από μολυβί κάτω από τα μάτια της που ήταν πλέον πολύ αργά όταν συνειδητοποίησε ότι υπήρχε στον καθρέφτη το είδωλο ενός άντρα που στεκόταν από πίσω της. Τρόμαξε και πριν καλά-καλά αντιδράσει ή πει λέξη, ρίχτηκε κάτω με απερίγραπτη αγριότητα. Ο άντρας, κυριευμένος από οργή και ζωώδη επιθυμία, την ακινητοποίησε και της αφαίρεσε το εσώρουχο. Η Τόνυ πάγωσε από τον φόβο της, δεν αντιστάθηκε στιγμή. Στάθηκε ακίνητη κι έκλεισε τα μάτια. Πέρασε μια ολόκληρη ώρα πριν έρθει κάποιος να την αναζητήσει. Την βρήκαν κουλουριασμένη σαν έμβρυο. Δεν ανταποκρινόταν.

Η επόμενη μέρα ήταν του αποχαιρετισμού. Για πρώτη φορά η Έριν πλησίασε εκείνο το κυρίαρχο έπιπλο, έτσι ώστε να μπορέσει να κρατήσει το χέρι της Τόνυ. Ανάμικτα συναισθήματα ανακούφισης και λύπης την είχαν καταβάλλει. Όσο για την Τόνυ, της φάνηκε περίεργο που κάποιος άλλος πέραν της Τερέζας την ακουμπούσε μετά από τόσα χρόνια. Τα δυο κορίτσια με τα χέρια σφιχτά δεμένα, τα δάχτυλα τους τυλιγμένα σαν κουβάρι, στάθηκαν σιωπηλές κι έκλαψαν. Δεν άρθρωσαν λέξη. Η Έριν ήθελε να της πει ότι γυρνούσε σπίτι κι ότι θα δοκίμαζε την τύχη της σε κάποιο άλλο πανεπιστήμιο. Ήθελε να της πει ‘ευχαριστώ’ για την εμπιστοσύνη που της έδειξε όταν μοιράστηκε την ιστορία της και για την πίστη που έχει σ’εκείνη ότι θα τα καταφέρει. Ήθελε να πει κι άλλα… Ήθελε να πει πόσο λυπάται για το μαρτύριο που είχε ζήσει η φίλη της. Κι άλλα πολλά, αλλά λέξη δεν έβγαινε από το στόμα της. Μονάχα, στεκόταν σιωπηλή με μάτια που έτρεχαν.

«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Ξέρω… Καλή σου τύχη, γλυκό μου κορίτσι.» Αυτά ήταν τα λόγια που κι η Τονυ μπόρεσε να αρθρώσει. Θλίψη κι ανακούφιση είχαν κυριέψει την καρδιά της. Παρακολούθησε την Έριν να φεύγει κι ήταν σχεδόν σαν να σηκώνεται από τον καναπέ η ίδια και να φεύγει μαζί της. Μια από αυτές τις μέρες…

Ο Λου κάθισε πλάι στα πόδια της κυράς του κι ανάπνευσε βαριά. Η τηλεόραση ήταν κλειστή κι η Τονυ έμοιαζε πλήρως παραδομένη στην ζεστή αγκαλιά του καναπέ. Κανένας παλμός, κανένας ήχος, καμία κίνηση. Καμία ανάσα. Μονάχα αυτή η δυσοσμία σάπιου κρέατος, κοπράνων κι ούρων. Οι γιατροί αργότερα θα έλεγαν ότι ο θάνατος της επήλθε από πνευμονική εμβολή ή σηψαιμία, όμως ο μορφασμός του άψυχου προσώπου της, που σχεδόν έμοιαζε με χαμόγελο, φανέρωνε ότι απλά είχε έρθει η ώρα για την Τόνυ να πάει παρακάτω. Είχε επιτέλους σπάσει τα δεσμά του τραγικού της παρελθόντος και του παλιού δερμάτινου καναπέ. Οι ηλιαχτίδες που ξεγλιστρούσαν από τις κουρτίνες προμήνυαν ότι θα ήταν μια όμορφη μέρα.


…Ζούμε σ’ έναν κόσμο, όπου δεν είναι όλα όπως θα έπρεπε να είναι. Αυτός όμως είναι ο μοναδικός που έχουμε. Καθώς δε οι άνθρωποι, όπως εμείς, τον έφτιαξαν έτσι όπως είναι, είμαστε οι μόνοι που θα μπορούσαμε να τον αλλάξουμε. Πρώτα θα έπρεπε βέβαια ν’ αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Πώς όμως; Όσο παρηγοριόμαστε λέγοντας στον εαυτό μας ότι όλα είναι σίγουρα και στο σωστό δρόμο δε θα υπάρχει περίπτωση ν’ αναζητήσουμε έναν άλλο, καλύτερο δρόμο. Αλλά κι όταν επιτρέψουμε στο φόβο να βγει στην επιφάνεια, είναι σχεδόν αδύνατο να βρούμε έναν τέτοιο δρόμο όσο εξακολουθούμε να παρατηρούμε το χαοτικό πέρα-δώθε της κίνησης σ’ όλα τα δρομάκια, τους δρόμους και τους αυτοκινητόδρομους αυτού του κόσμου πάντα είτε από πολύ μικρή είτε από πολύ μεγάλη απόσταση. Παραμένουμε δέσμιοι της προοπτικής που επιλέξαμε κατά περίπτωση. Ίσως βρείτε κι εσείς κάπου κοντά ένα λόφο, απ’ όπου όλα φαίνονται κάπως διαφορετικά…
Αν θέλετε πάντως μπορείτε να έρχεστε πότε-πότε στο δικό μου λοφάκι, το Βουνό των Αλόγων. Θα το βρείτε κάπου στο κέντρο της Γερμανίας. Μέχρι πριν λίγα χρόνια περνούσε ακριβώς από πάνω του ο μεθοριακός φράχτης και το χώριζε στα δύο. Η ανατολική του πλευρά είχε αποψιλωθεί τότε εντελώς. Για να υπάρχει ελευθερία βολής δεν αφέθηκε ούτε δέντρο όρθιο ούτε θάμνος. Στο μεταξύ ξαναφύτρωσαν οι πρώτοι θάμνοι και τα πρώτα δεντράκια και σε λίγο το Βουνό των Αλόγων θα ξαναβρεί την παλιά του όψη.
Ο δρόμος προς τα πάνω περνάει μέσα από έναν εγκαταλελειμμένο οπωρώνα. Δυο αδέλφια από το γειτονικό χωριό είχαν φυτέψει τα δέντρα, πριν στηθούν τα σύνορα. Τον καιρό του μεθοριακού φράχτη ο οπωρώνας βρισκόταν στο πουθενά. Καθώς κανείς δεν μπορούσε να κλαδέψει τα δέντρα, αυτά μεγάλωναν επί δεκαετίες όπως ήθελαν. Οι καρποί τους έπεφταν στο χώμα κι ανάμεσα στις δαμασκηνιές και στις κερασιές δημιουργήθηκε μια πυκνή βλάστηση από πυκνές δαμασκηνιές και κερασιές. Ιξοί φύτρωναν πάνω στις μηλιές μέσ’ από τις διχάλες των κλαδιών τους. Στα κούφια κλαδιά είχε φτιάξει ο δρυοκολάπτης τις φωλιές του και πολλά απ’ τα γέρικα δέντρα είχαν καλυφθεί από αγιοτριανταφυλλιές και αγιόκλημα.

Όποτε είχα διάθεση να καθίσω μόνος μου στο λόφο ν’ αγναντέψω ονειροπόλα και κάπως μελαγχολικά τη βουερή ροή της κίνησης εκεί κάτω, περνούσε ο δρόμος μου μέσ’ από αυτό τον εγκαταλελειμμένο οπωρώνα. Εδώ βγαίνουν την άνοιξη οι πρώτες αγριοφράουλες, το καλοκαίρι τα γλυκύτερα κεράσια και κατά τα τέλη του φθινοπώρου μοιραζόμουν με τ’ αμέτρητα πουλάκια που έχουν εδώ τις φωλιές τους τα τελευταία μήλα στα γυμνά κλαδιά.
Πριν από κάποιον καιρό συνάντησα τα δυό αδέλφια που είχαν φυτέψει τα δέντρα τότε, παλιά, εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, μαζί με τον πατέρα τους. Θυμούνταν ακόμη με τι ενθουσιασμό είχαν διαλέξει τις διάφορες ποικιλίες κι είχαν στήσει τα δεντράκια στη γη. Ο πατέρας τους τους έδειξε πώς να τα κλαδεύουν, πώς να στερεώνουν ψηλά τα κλαδιά που γέρνουν, πώς να τα εξευγενίζουν με ενδοφθαλμισμό και μπόλιασμα και ό,τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς για να έχει αργότερα όσο το δυνατόν καλύτερη σοδειά, μιας και το εισόδημα από την πώλησή τους θα εξασφάλιζε την διατροφή της οικογένειας. Όταν άρχισαν τα δέντρα να βγάζουν τους πρώτους καρπούς τους ήρθε ο μεθοριακός φράχτης κι έκτοτε απαγορεύτηκη η είσοδος στον οπωρώνα τους.
Το ένα από τ’ αδέλφια σκαρφάλωσε αργότερα πάνω απ’ το συνοριακό φράχτη κι αναζήτησε την τύχη του στο άλλο μισό της χωρισμένης χώρας. Τώρα, τριάντα χρόνια αργότερα, στέκονταν επί τέλους πάλι μαζί μες στον οπωρώνα τους και αναρωτιούνταν τι θα απογίνει. Για να ζήσει κανείς σήμερα από την παραγωγή φρούτων – αυτή ήταν και των δύο η άποψη -, θα έπρεπε το χωράφι να οργωθεί απ’ την αρχή και να φυτευτει ένα πολύ αποδοτικό είδος, μια βελτιωμένη καλλιέργεια, αναρριχώμενη. Τα δέντρα θα έπρεπε να λιπαίνονται, να ψεκάζονται και να καρπολογούνται μηχανικά. Για να συμφέρει όμως η επένδυση σε γεωργικά μηχανήματα, ο οπωρώνας θα έπρεπε να είναι δέκα ή, ακόμα καλύτερα, εκατό φορές πιο μεγάλος.
Στάθηκαν ώρα πολλή οι γέροντες άβουλοι στους πρόποδες του λόφου μου. Ύστερα κούνησαν το κεφάλι παρατημένοι κι έφυγαν.

…Εργάζομαι εδώ και πολλά χρόνια ως ερευνητής εγκεφάλου και η δουλειά στο εργαστήριο εξακολουθεί να μου είναι πολύ ευχάριστη.
…μ’ αρέσει εξίσου να βρίσκομαι πότε-πότε εδώ πάνω, στο λόφο μου.
Εδώ κανείς δε θα σκεφτεί ν’ αναποδογυρίσει την κάθε πέτρα για να καταλάβει πως προκύπτουν και πως παρέχονται δρόμοι και δρομάκια. Εδώ βρίσκεται κανείς αρκετά ψηλά για να έχει μια εποπτική ματιά, όχι όμως τόσο ψηλά, ώστε να μη διακρίνει τους συσχετισμούς.

…Το κάθετι γύρω μας που έχει ζωή και διαταράσσεται στην αρμονική του ισορροπία προσπαθεί με κάθε μέσο που διαθέτει να ανακτήσει τη χαμένη ισορροπία, κατ’ αρχάς εκείνη που είχε και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε μια νέα. Γι’ αυτό καθετί που ζει δεν μπορεί ποτέ να παραμείνει όπως είναι. Αυτό ισχύει για το κάθε κύτταρο, ισχύει για τον καθένα από μας και φυσικά ισχύει και για κάθε κοινωνία. Ένα κύτταρο μπορεί ν’ αλλάξει μόνο αλλάζοντας τον τρόπο αλληλεπίδρασης των μερών του. Εμείς μπορούμε ν’ αλλάξουμε μόνο αλλάζοντας τον τρόπο αλληλεπίδρασης εκείνων των κυττάρων μας που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Και μια κοινωνία μπορεί ν’ αλλάξει μόνο, αν αλλάξουν εκείνοι που την κάνουν να είναι έτσι όπως είναι.

Όλα αυτά ακούγονται τόσο κοινότυπα κι όμως στην πράξη μας φαίνονται τόσο δύσκολα. Σ΄όλες τις εποχές και σ’ όλους τους πολιτισμικούς κύκλους οι άνθρωποι αναζητούσαν μιαν απάντηση στο ερώτημα γιατί αυτοί οι ίδιοι, γιατί άλλοι άνθρωποι, γιατί ο κόσμος μες στον οποίο γεννήθηκαν είναι έτσι όπως είναι. Αυτό που στην αρχή τους φαινόταν σαν από Θεού δοσμένη τάξη πραγμάτων άρχισε να μπορεί να ερμηνεύεται, πρώτα με μικρά και αργότερα με όλο και πιο μεγάλα βήματα, καθώς διευρυνόταν η γνώση σχετικά με τους συσχετισμούς και τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις ορατές γι’ αυτούς δομές της φύσης και της κοινωνίας. Αναζητούσαν λύσεις για τα προβλήματα του κόσμου μες στον οποίο κινούνταν καθημερινά και τον οποίο έπρεπε να γνωρίζουν για να μπορούν, όσο το δυνατόν πιο ακίνδυνα κι απρόσκοπτα, να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, να κάνουν εμπόριο, ν’ αποκτούν πρόσβαση σε νέους πόρους και να προστατεύονται από επιθέσεις. Ανέπτυξαν επιμέρους επιστήμες για να εμβαθύνουν όλο και πιο πολύ στους συσχετισμούς αρχικά του φυσικού, αργότερα του χημικού και του ατομικού, τέλος δε και του έμβυου κόσμου και ν’ αξιοποιούν τα φαινόμενα που ανακάλυπταν εκεί. Κινητήρια δύναμη όλων αυτών των προσπαθειών ήταν ο φόβος, στόχος τους δε η ασφάλεια. Η πιο κατάλληλη στρατηγική, ο αποτελεσματιότερος δρόμος για την επίτευξη αυτής της ασφάλειας έμοιαζε για πολύ καιρό να είναι η απόκτηση υλικής και πνευματικής ανεξαρτησίας, η απόκτηση δηλαδή εξουσιαστικής ισχύος και γνώσης.

Βρισκόμαστε ακόμη σ’ αυτό το δρόμο που με τόση επιτυχία ακολούθησαν οι πρόγονοί μας. Τα μηνύματα που έρχονται στο μεταξύ από την κοινωνία κι από το σώμα μας μάς λένε όμως όλο και πιο επίμονα πως ο δρόμος αυτός φαίνεται να είναι αδιέξοδος. Δεν οδηγεί εκεί όπου η ασφάλεια είναι μεγαλύτερη και ο φόβος πιο λίγος. Η ατομική ή συλλογική συσσώρευση γνώσης και ισχύος, που τόσο καιρό έμοιαζε ικανή να θέτει υπό έλεγχο το φόβο και τη συνακόλουθη αντίδραση στρες, μετατράπηκε στο μεταξύ η ίδια σε απειλή. Άφησε κατ’ ανάγκη πίσω άλλους που διαθέτουν λιγότερη ισχύ, που είναι φτωχότεροι κι έχουν λιγότερες γνώσεις. Οδηγημένοι από το φόβο και όντες σε αναζήτηση μεγαλύτερης ασφάλειας, οι άνθρωποι αυτοί ακολουθούν, όπως ακολουθεί ένα αγοράκι τον δήθεν παντοδύναμο πατέρα, τον τόσο άπλετα φωταγωγημένο δρόμο των επιτυχημένων, των ισχυρών, των υλικά ανεξάρτητων στον κόσμο αυτό. Ως άτομα, ως ομάδες ή ως κοινωνίες ολόκληρες παίρνουν ό,τι μπορούν να πάρουν, απ’ όπου κι αν βρίσκεται αυτό και με κάθε μέσο που έχουν στη διάθεσή τους.
Έτσι μεγαλώνει ο φόβος εκείνων που βλέπουν το μανδύα από ευημερία και ισχύ, που με τόσο κόπο ύφαναν, να φυραίνει και να ξεφτάει όλο και πιο πολύ. Αρχικά ενοχλημένοι, μετά αναστατωμένοι και τέλος πραγματικά φοβισμένοι επιχειρούν με διάφορους τρόπους ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα εφαρμόζοντας τις ως τότε επιτυχείς στρατηγικές. Η εξουσιαστική τους ισχύ δεν επαρκεί για την ανάκτηση της παλιάς τάξης πραγμάτων, τα πλούτη τους δεν μπορούν να τα θυσιάσουν και όλη η γνώση που έχουν συσσωρεύσει σχετικά με το πώς αποκτά κανείς εξουσία και πλούτη αποδεικνύεται εντελώς άχρηστη για την αποτροποή μιας τέτοιας απειλής. Η κατάσταση αρχίζει να γίνεται αδιέξοδη και η ανεξέλεγκτη αντίδραση στρες είναι αναπόφευκτη. Καταλαμβάνει αρχικά τα πιο αδύναμα μέλη της αποκαλούμενης ευημερούσας κοινωνίας, τους άρρωστους, τους γέρους, τους πολύτεκνους, τους πιο ευαίσθητους, τους λιγότερο ισχυρούς και λιγότερο πλούσιους, τους άνεργους, τους έποικους και απόκληρους. Όσοι έχουν ακόμα δύναμη οδηγούνται από το φόβο που φουντώνει μέσα τους σε μια όλο  και πιο ασύστολη τάση προς τη βία, οι άλλοι οδηγούνται σε παραίτηση, αρρώστια και αφανισμό.

Και αυτά τα γνωρίζατε ή τα υποψιαζόσαστε εδώ και κάμποσο καιρό, μπορείτε δε να τα επιβεβαιώνετε καθημερινά, αν είναι ανάγκη, μέσ’ από τα δελτία ειδήσεων και τις εφημερίδες. Εκείνο όμως που ίσως δε γνωρίζατε και που προσπάθησα σ’ αυτές τις λίγες σελίδες να κάνω κατανοητό από εδώ πάνω, απ’ το λόφο μου, είναι κάτι που μέχρι πριν λίγα χρόνια ούτε κι εγώ τολμούσα να σκεφτώ. Ότι, δηλαδή, κάποτε θα μπορούσε να υπάρξει δυνατότητα να αποδίδονται σ’ ένα βιολογικό μηχανισμό τόσο μεγάλα τμήματα του κυκεώνα που επικρατεί στην αίσθηση και τη σκέψη μεμονωμένων ατόμων και κατ΄επέκταση τόσες παραφωνίες και αντιφάσεις στον τρόπο σκέψης, αίσθησης και δράσης μεγάλων ομάδων ανθρώπων. Ούτε θα θεωρούσα δυνατόν ότι, στην προσπάθειά μας να ερευνήσουμε και να αναλύσουμε τα αίτια, τους μηχανισμούς και τις επιπτώσεις της νευροενδοκρινικής αντίδρασης στρες ως την τελευταία λεπτομέρεια, μέχρι το επίπεδο των μοριακών ακολουθιών και αλληλεπιδράσεων, θα συγκεντρώνονταν κάποια στιγμή τόσες πληροφορίες, ώστε να μπορεί, όπως σ’ ένα παζλ, να συναρμολογηθεί μια εικόνα. Ούτε θα πίστευα πως η εικόνα αυτή θα ήταν τόσο εντυπωσιακά απλή, ώστε να μπορεί κανείς να την αποτυπώσει σε λίγες σελίδες για τον κάθε άνθρωπο που επιθυμεί να καταλάβει.

Πόσο πολύ διαφέρει η εικόνα αυτή απ’ όλα εκείνα που έχουν προσπαθήσει μέχρι τώρα να μας βάλουν στο μυαλό σχετικά με τις αρνητικές επιδράσεις του φόβου και του στρες! Χρειαζόμαστε πάντα νέες προκλήσεις και τις συνακόλουθες ελεγχόμενες αντιδράσεις στρες για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε όλο και πιο καλά στις πολύπλευρες απαιτήσεις του βιωματικού μας κόσμου. Όταν, μετά απ’ αυτό τυφλωμένοι από την επιτυχία των προσπαθειών μας σε επιμέρους τομείς, αρχίζουμε να γινόμαστε άκαμπτοι και απρόσεκτοι, να υπερτιμάμε τον εαυτό μας και να θεωρούμε πως όλα μπορούμε να τα ελέγξουμε και να τα διαχειριστούμε, τότε χρειαζόμαστε επίσης αυτό το έμμονο αίσθημα φόβου, απόγνωσης και αδυναμίας δράσης καθώς και τη συνακόλουθη αντίδραση στρες με τις αποσταθεροποιητικές της επιδράσεις επί των σχηματισμών διασυνδέσεων που είναι εγκατεστημένοι μέσα στον εγκέφαλό μας. Πως αλλιώς θα κατορθώναμε να ξεφύγουμε από τους δρόμους που ακολουθούσαν ως τώρα η σκέψη, η αίσθηση και οι ενέργειές μας και ν’ αναζητήσουμε νέους. Την αντίδραση στρες δεν την έχουμε για ν’ αρρωσταίνουμε, αλλά για να μπορούμε ν’ αλλάζουμε. Τότε μόνο αρρωσταίνουμε, όταν δεν αξιοποιούμε τις ευκαιρίες που αυτή μας προσφέρει· όταν αποφεύγουμε τις προκλήσεις που μας προσφέρει η ζωή, όπως και όταν επιζητούμε συνεχώς μόνο πολύ συγκεκριμένες προκλήσεις· όταν αρνιόμαστε να δεχθούμε το φόβο και να ομολογήσουμε την αδυναμία μας να αντιδράσουμε, όπως και όταν είμαστε ανίκανοι ν’ αναζητήσουμε νέους δρόμους για να τους κάνουμε βατούς. Και αυτά ισχύουν για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και για τις κοινότητες και τις κοινωνίες που συνθέτουν όλοι μαζί.

Πριν από χρόνια βρήκα το απόφθεγμα ενός φιλοσόφου της Αναγέννησης, που από τότε δε μου φεύγει από το νου: “Naturae enim non imperatur, nisi parendo” (“Γιατί η φύση δεν κυριαρχείται, αν πρώτα δεν την υπακούσουμε”, Bacon, Novum Organum).
Μόλις τώρα αρχίζω να κατανοώ τι σημαίνει αυτή η φράση: μόνο όταν καταφέρουμε ν’ αναγνωρίσουμε ποιοι νόμοι και ποιες αρχές διέπουν την ανάπτυξη έμβιων συστημάτων, μόνο όταν κατανοήσουμε γιατί συγκεκριμένες διεργασίες οδηγούνται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, θα έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε επί τούτου τις εξελίξεις ως προς τις κατευθύνσεις τους αυτές και να επέμβουμε διορθωτικά σε προβλέψιμες διαταραχές. Μόνο όταν καταλάβουμε τι και γιατί φοβούνται οι άνθρωποι και τι συμβαίνει τότε μέσα τους, μπορούμε ν’ αναζητήσουμε διεξόδους. Δεν πρέπει ν’ ακολουθούμε, σαν αβέβαια παιδιά, τους δρόμους που χάραξαν οι γονείς μας και που εκείνοι μας προδιέγραψαν, μέχρι να φθάσουμε στο τελικό αδιέξοδο. Ούτε πρέπει πια ν’ ακολουθούμε, σαν να είμαστε τυφλοί, τις πανταχόθεν συμβουλές, προειδοποιήσεις και καλοπροαίρετες επισημάνσεις εκείνων που πιστεύουν ότι βλέπουν εξαιρετικά καλά, επειδή φορούν πολύ χοντρά γυαλιά.

Μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο είναι σωστή η κατεύθυνση προς την οποία προσπαθούν να μας οδηγήσουν. Επειδή ξέρουμε ότι ο φόβος, οι ελεγχόμενες προκλήσεις και οι ανεξέλεγκτες φορτίσεις θα ορίζουν τους δρόμους της σκέψης και της αίσθησής μας, μπορούμε να αναρωτηθούμε κατά πόσον η συμβουλή που μας δίνουν είναι συμβατή με αυτά που εμείς θέλουμε, κατά πόσο μπορεί δηλαδή να μας οδηγήσει σ’ ένα δρόμο που δεν καταλήγει υποχρεωτικά και πάλι σε αδιέξοδο.

Τι να το κάνουμε, μπορεί να πείτε, που τα ξέρουμε όλα αυτά; Η εξέλιξη τόσων πολλών ανθρώπων ξεχωριστά κι επομένως και των κοινωνιών που αυτοί απαρτίζουν έχει πάρει στο μεταξύ τόσο λαθεμένη πορεία, που κάθε προσπάθεια αλλαγής της θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες. Είναι έτσι, πράγματι; Οι άνθρωποι πριν από μας πέρασαν ασύλληπτα πολύ χρόνο ακονίζοντας τα όπλα τους και συσσωρεύοντας πλούτη, εξουσία και γνώσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο προέκυπταν κατ’ ανάγκη  όλο και πιο πολύπλοκες κι όλο και πιο δικτυωμένες κοινωνικές σχέσεις. Τέτοια συστήματα δεν καταρρέουν μονομιάς σαν χάρτινοι πύργοι. Επιδέχονται αργές, βαθμιαίες και πολύ συγκεκριμένα επιδιωχθείσες αλλαγές, που γίνονται δυνατές όταν όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποστασιοποιούνται και παίρνουν άλλο δρόμο σ’ όλα τα σημεία εκείνα, όπου ένα τέτοιο σύστημα αρχίζει να γίνεται απειλητικά άκαμπτο. Ίσως αυτό να εννοούσε ο Τζούλιαν Χάξλεϋ με την παρατήρησή του ότι “ο άνθρωπος [δεν είναι] τίποτα άλλο, παρά η εξέλιξη που έφτασε ν’ αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της”.
Εδώ κι εκεί αρχίζει κάποιος να σιγομουρμουρίζει μια μελωδία που αναγνωρίζεται απ’ όλους και πέρα απ’ όλα τα χαρακώματα. Είναι ένα τραγούδι προαιώνιο που τραγουδήθηκε κατά καιρούς από μεμονωμένα άτομα, από τότε που υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτή τη γη. Είναι το τραγούδι της απελευθέρωσης της σκέψης μας, της αίσθησης και του τρόπου δράσης μας από τα δεσμά του φόβου.
Νομίζω πως είναι ώρα να κατέβουμε απ’ το λόφο μας. Σας εύχομαι σύνεση κι αισιοδοξία σ’ όλες τις εξορμήσεις.

Έχετε γεια!

Από το βιβλίο του Gerald Hüther: “ΒΙΟΛΟΓΙΑ του ΦΟΒΟΥ” Πως από το στρες γεννιούνται συναισθήματα, εκδόσεις ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ

Σχόλιο: Ο νευροβιολόγος κος Hüther, ουσιαστικά, προτείνει να μην φοβόμαστε το φόβο και επιτυχώς παραθέτει τους επιστημονικούς του λόγους σε νευροβιολογικό επίπεδο… και με πείθει ότι ούτε και το νόημα του φόβου μας δίδαξαν καλά (γιατί μας έμαθαν να είναι τρόπος και λόγος υποταγής έτσι ώστε να εστιάζουμε στο πρόβλημα που φτιάξανε και όχι στη λύση που υπάρχει λυσσαλέα ανάγκη να βρούμε), όπως και πολλά άλλα πράγματα δεν μας δίδαξαν καλά, που πολλά απ’ αυτά τα αποδεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα γιατί “έτσι τα βρήκαμε” άρα είναι δοκιμασμένα άρα είναι σωστά και αποτελεσματικά… πόσο λάθος εκτίμηση αποδεικνύεται να είναι!

…κι εμείς πετύχαμε-τύχαμε σ’ αυτή την ιστορική στιγμή του τρόμου της κατεδάφισης της μέχρι τώρα γνωστής ζωής μας και, είτε θέλουμε είτε όχι, θα πρέπει να βρούμε καινούργιους δρόμους ή δρομάκια ή να φτιάξουμε νέους αυτοκινητόδρομους γιατί οι έχοντες και κατέχοντες μας προτείνουν την εξαθλίωση και τον αφανισμό σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, για να ανασκουμπωθούμε λοιπόν… η λύση θα έρθει από μας, κανείς από κείνη την όχθη δε βλέπει το αδιέξοδο κι αν το βλέπουν (έτσι πιστεύω γιατί νιώθω ότι μας κοροϊδεύουν εμετικά ξεδιάντροπα) τρέμουν τόσο πολύ τα παχυλά ποδαράκια τους μήπως χάσουν το γνωστό και χλιδάτο δικό τους κόσμο που έχουν σκύψει και έρπονται σε ότι τους προτείνεται από τα ανίκητα κοράκια της μονομερούς ευημέριας, γιατί αυτοί θα χάσουν την πολυτέλεια της γελοίας τους ζωής κι εμείς θα χάσουμε την ίδια τη ζωή μας, σα να τους την χρωστάμε, προσφέροντάς την στο βωμό της ανούσιας καλοπέρασής τους.