Posts Tagged ‘αγάπη’

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Υπάρχουν και για τις γυναίκες πεδία υπερλειτουργίας, κι όταν βρεθούμε σ’ αυτά αρχίζουμε συχνά να παίζουμε μετά μανίας το ρόλο μας, εκφράζοντας ταυτόχρονα τη δυσαρέσκειά μας, όπως και με τις δουλειές του σπιτιού. Εκτός από τη συνήθεια να μαζεύουμε κάλτσες κάποιου άλλου, με ποιους άλλους τρόπους μπορεί να υπερλειτουργούμε;
Στις σχέσεις, συχνά οι γυναίκες υπερλειτουργούν αναλαμβάνοντας το ρόλο του “σωτήρα” ή του “πνευματικού γκουρού”. Φερόμαστε λες και είναι δική μας ευθύνη να διορθώσουμε τους άλλους ή να λύσουμε τα προβλήματά τους και, επιπλέον, σαν να διαθέτουμε στ’ αλήθεια τις δυνατότητες να κάνουμε κάτι τέτοιο. Μπορεί ακόμα να παρακολουθούμε τόσο στενά κάθε βήμα κάποιου άλλου και να ταυτιζόμαστε με τις προσπάθειές του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φτάνουμε στον παραλογισμό. Κι όταν συνειδητοποιούμε πως οι απόπειρές μας να βοηθήσουμε δε φέρνουν αποτέλεσμα, μήπως σταματάμε για να κάνουμε κάτι άλλο; Όχι βέβαια! Μπορεί να διπλασιάσουμε τις προσπάθειές μας μόνο και μόνο για να θυμώσουμε ακόμα περισσότερο μ’ αυτό το υπολειτουργικό άτομο που αρνείται να διορθωθεί.

Πόσο δυσκολευόμαστε να διατηρήσουμε το βαθμό εκείνο της απόστασης που αφήνει στους άλλους το περιθώριο ν’ αντιμετωπίσουν τον προσωπικό τους πόνο και να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματά τους! Κι οι άντρες δυσκολεύονται στο να ισορροπήσουν τις δυνάμεις της ατομικότητας και της συντροφικότητας· ωστόσο, εκείνοι έχουν την τάση να χειρίζονται το άγχος και την αναστάτωσή τους με συναισθηματική απομάκρυνση και την αποστασιοποίηση από την κατάσταση (θυσιάζοντας έτσι το “εμείς” για το “εγώ”), ενώ οι γυναίκες χρειάζονται πιο συχνά το άγχος τους με τη συγχώνευση και τη συναισθηματική υπερλειτουργία (θυσιάζοντας έτσι το “εγώ” για το “εμείς”). Η ολοφάνερη διαφορά στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος από τα δύο φύλα δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Η κοινωνία μας δε θεωρεί σημαντικές τις στενές σχέσεις για τους άντρες και ενθαρρύνει τη συναισθηματική απομόνωση και αποστασιοποίησή τους. Οι γυναίκες, από την άλλη μεριά, λαμβάνουν το εντελώς αντίθετο μήνυμα. Αυτό το μήνυμα τις ενθαρρύνει να επικεντρώνουν σε υπερβολικό βαθμό την προσοχή τους και να συγχωνεύονται με τα προβλήματα των άλλων, αντί να διοχετεύουν το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς τους στη λύση των δικών τους. Όταν δεν διοχετεύουμε την πρωτογενή συναισθηματική ενέργειά μας στη λύση των προσωπικών προβλημάτων μας, ενστερνιζόμαστε τα προβλήματα των άλλων κάνοντάς τα δικά μας.

Αλλά είναι λάθος ν’ αναλαμβάνουμε ευθύνες για λογαριασμό άλλων; Από μια άποψη, όχι. Για αιώνες ολόκληρους, εμείς οι γυναίκες βρίσκαμε την ταυτότητά μας και αποκτούσαμε κύρος μέσα από τη βαθιά προσήλωσή μας στην προστασία, τη βοήθεια και τη φροντίδα των άλλων. Σίγουρα, η αλληλεγγύη, η κατανόηση και η αγάπη για το συνάνθρωπό μας, καθώς και η επένδυση που κάνουμε για το μέλλον όταν μεγαλώνουμε με φροντίδα τη νέα γενιά, είναι πολύτιμες αρετές και για τα δύο φύλα. Το πρόβλημα παρουσιάζεται όταν γινόμαστε υπερβολικά ευαίσθητες στα προβλήματα των άλλων, όταν αναλαμβάνουμε ευθύνες για πράγματα για τα οποία δεν ευθυνόμαστε, και όταν προσπαθούμε να ελέγξουμε καταστάσεις που είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Όταν υπερλειτουργούμε για λογαρισμό κάποιου άλλου, παρεμποδίζουμε την ανάπτυξή του, καθώς και τη δική μας, και καταλήγουμε να νιώθουμε πολύ θυμωμένες.

 

 
Από το βιβλίο της Harriet Goldhor Lerner: “Γυναίκες και Αρμονικές Σχέσεις”, εκδόσεις Φυτράκη
Γράφω τον πρωτότυπο τίτλο γιατί νιώθω ότι αδικείται το βιβλίο με τον ελληνικό τίτλο, όπως, κατά την ταπεινή μου άποψη και το εξώφυλλο του το αδικεί. Tίτλος  πρωτοτύπου: “The dance of anger”. 
Advertisements

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβειςτ τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ· δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει:
τον δικό του.

Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).
Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: «Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω», λένε συχνά οι γονείς. (περισσότερα…)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Πρόσφατα είχα μια απίστευτη εμπειρία. Μιλούσα σε μια ομάδα προικισμένων παιδιών, στη σχολική περιφέρεια της Καλιφόρνια. Μιλούσα με πάθος έτσι καθώς συνηθίζω, και τα παιδιά κάθονταν εκεί σαν αποσβολωμένα παρακολουθώντας με,  – οι δονήσεις ανάμεσά μας ήταν απίστευτες. Όταν τελείωσα το πρωινό πρόγραμμα, ο διευθυντής του σχολείου με πήρε έξω για φαγητό. Γυρίζοντας το απόγευμα, τα παιδιά έτρεξαν κοντά μου και μου είπαν, “Ω, δρ. Μπουσκάλια, κάτι τρομερό έγινε. Θυμόσαστε το αγόρι που καθόταν στο πρώτο θρανίο ακριβώς μπροστά σας;” Κι εγώ είπα, “Ω, ναι, δεν θα το ξεχνούσα ποτέ, ήταν έτσι κι έτσι, κι έτσι…” “Ε, λοιπόν τον έδιωξαν από το σχολείο για δυο εβδομάδες”. (περισσότερα…)

Η εμπειρία του ν’ αγαπάει κανείς, ν’ απολαμβάνει κάτι χωρίς όμως να θέλει να το έχει, είναι αυτό που αναφέρει ο Suzuki όταν κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο γιαπωνέζικο και στο αγγλικό ποίημα*. Πραγματικά δεν είναι καθόλου εύκολο για τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο να βιώνει την απόλαυση  ξέχωρα από την απόκτηση και την κατοχή πραγμάτων. Πάντως, κανένα από τα δύο δεν είναι ξέχωρο σε μας. Το παράδειγμα του Suzuki με το λουλούδι δεν θα είχε σημασία, αν ο διαβάτης αντί να κοιτάει το λουλούδι κοίταζε ένα βουνό, ένα λιβάδι ή οτιδήποτε άλλο που δεν μπορεί να μετακινηθεί. Είναι βέβαιο ότι πολλοί, ή οι περισσότεροι άνθρωποι, δε θα’ βλεπαν πραγματικά το βουνό, παρά σαν κάτι το πολύ κοινό. Αντί να το βλέπουν, θα ήθελαν να ξέρουν το όνομά του, το ύψος του ή θα ήθελαν να κάνουν ορειβασία, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί σαν μια άλλη μορφή κατοχής του. Μερικοί όμως μπορούν και να βλέπουν το βουνό και να το χαίρονται. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την απόλαυση της μουσικής: δηλαδή, το ν’ αγοράσει κάποιος ένα δίσκο που του αρέσει, είναι ταυτόχρονα μια πράξη κατοχής του έργου, και ίσως οι περισσότεροι άνθρωποι που απολαμβάνουν την τέχνη στην πραγματικότητα να την «καταναλώνουν». Μια μειοψηφία, όμως, ίσως μπορεί ακόμα ν’ ανταποκρίνεται στη μουσική και την τέχνη με γνήσια χαρά και χωρίς καμιά κτητική παρόρμηση. (περισσότερα…)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

…Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που του άρεσε να θεωρεί τον εαυτό του ισχυρό και ήθελε όλοι γύρω του να τον θαυμάζουν για τη δύναμή του. Καλεί μια μέρα τον σοφό της αυλής και τον ρωτάει αν υπάρχει άλλος στον κόσμο πιο ισχυρός απ’ αυτόν, και ο σοφός τού απαντά πως έχει ακούσει να λένε ότι στο χωριό ζει ένας μάγος που τη δύναμή του δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει: ξέρει τα μελλούμενα.
Ζεματίζεται απ’ τη ζήλια ο βασιλιά και αρχίζει τις ερωτήσεις γι’ αυτόν τον μάγο. Μια μέρα, επειδή είχε βαρεθεί πια ν’ ακούει πόσο δυνατός και αγαπητός ήταν ο μάγος, μηχανεύεται ένα σχέδιο: θα καλούσε τον μάγο σε δείπνο, και μπροστά σε ολόκληρη την αυλή, θα τον ρωτούσε πότε θα πέθαινε ο μάγος που είχε έρθει στο βασίλειό του. Τη στιγμή που θα απαντούσε θα τον σκότωνε ο ίδιος με το σπαθί του για ν’ αποδείξει πως ο μάγος έκανε λάθος στην πρόβλεψη του θανάτου του. Έτσι, σ’ ένα βράδυ θα τέλειωναν όλα: και ο μάγος και ο μύθος για τη δύναμή του… (περισσότερα…)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό στον κόσμο είναι ότι, από την άλλη πλευρά του φόβου σας, υπάρχει κάτι ασφαλές και ωφέλιμο που σας περιμένει. Αν περάσετε μέσα από έστω και μια λεπτή κουρτίνα φόβου, θα αυξήσετε την εμπιστοσύνη που έχετε στην ικανότητά σας να δημιουργήσετε τη ζωή σας.

Ο στρατηγός Τζορτζ Πάτον είπε: «Ο φόβος σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους από το θάνατο». Ο θάνατος μας σκοτώνει μόνο μια φορά και συνήθως ούτε καν το ξέρουμε. Ο φόβος όμως μας σκοτώνει ξανά και ξανά, άλλες φορές απαλά και άλλες κτηνωδώς. Ωστόσο, αν συνεχώς προσπαθούμε να αποφύγουμε τους φόβους μας, θα μας κυνηγήσουν σαν επίμονα σκυλιά. Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κλείσουμε τα μάτια μας και να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν.

«Ο φόβος και ο πόνος», λέει ο ψυχολόγος Ναθάνιλ Μπράντεν, «πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σινιάλα, όχι για να κλείνουμε τα μάτια μας, αλλά για να τα ανοίγουμε περισσότερο». Με το να κλείνουμε τα μάτια μας καταλήγουμε στην πιο σκοτεινή από τις ανέσεις – θαμμένοι ζωντανοί. (περισσότερα…)

Η ψυχολογική βάση των ειδών δέσμευσης

Η μοναξιά δεν είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει άλλους γύρω του. Είναι μια εσωτερική αποσύνδεση από τον εαυτό του που τον οδηγεί στην αποσύνδεση από τους άλλους. Μπορούμε να νιώθουμε μόνοι είτε όταν υπάρχουν είτε όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας.

Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα αρχοντικό πάρτι σ’ ένα πλουσιόσπιτο στο Χάμπτονς του Λονγκ Άιλαντ. Ήμουν ένας από τους εκατοντάδες που είχαν πάει εκεί για να κάνουν επαγγελματικές γνωριμίες. Μέσα σε μισή ώρα μ’ έπιασε μανία να φύγω. Όταν αργότερα το σκέφτηκα, κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικοινωνήσω στ’ αλήθεια με τον τρόπο που γίνονταν οι γνωριμίες και οι συζητήσεις εκεί μέσα. Ένιωθα αποσυνδεδεμένος από τον εαυτό μου και απίστευτα μόνος. Φύγαμε άρον-άρον και πήγαμε στο ξενοδοχείο με τον φίλο μου, αναστενάζοντας και οι δυο από ανακούφιση και απογοήτευση. Περιμέναμε πώς και τι αυτό το πάρτι για τις γνωριμίες, όμως το μόνο που νιώσαμε ήταν εξάντληση, άδειασμα και μοναξιά. Όλοι όσοι συνάντησα εκεί έδειχναν αγχωμένοι να γνωρίσουν τον κατάλληλο άνθρωπο για τους στόχους τους. Εγώ βυθίστηκα σε έναν κυκεώνα άγχους που το μυαλό μου αντιλήφθηκε αμέσως και το ξανακαθρέφτισε στο περιβάλλον, οπότε αυξήθηκε ραγδαία. Ο σχηματισμός σχέσεων με νόημα σε μια θάλασσα άγχους και φόβου μοιάζει σαν να προσπαθείς να δεις την αντανάκλαση σου σ’ έναν καταρράκτη: είναι, απλώς, αδύνατον. (περισσότερα…)

…Κάποια μέρα ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν λέει, ένα παιδί, μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτε με ακρίβεια γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι.
Και πραγματικά, η εξωτερική εμφάνιση της Μόμο ήταν λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που δίνανε μεγάλη σημασία στην καθαριότητα και την τάξη. Ήταν κοντούλα, λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατον να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα. Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά φορά παπούτσια, αλλά κι αυτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα. Κι αυτό γιατί τίποτα απ’ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο. Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιος μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε ποτέ ένα τόσο ωραίο σακάκι με τόσες πολλές τσέπες; (περισσότερα…)