Archive for the ‘ποίηση-λογοτεχνία’ Category

Το 23ο Γράμμα

Image

Ποιά ζωή, ρε καρντάσια;

Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.  Τουλάχιστον μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.

Και μείς τι την κάνουμε, ρε αντί να την ζήσουμε;

Τι την κάνουμε;Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την…

Οργανωμένη κοινωνία,οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη ,σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα…

Έτσι, μ’αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 271 επιπλέον λέξεις

Στην άκρη από ένα βαλσαμωμένο έπιπλο

Επιζεί ένα ωμό κομμάτι «του ίδιου».

Φυσικά δεν ξεχάστηκε εκεί.

Επέστρεψε ως άτρωτο πράγμα,

Μαθημένο σε νόμους κομψούς,

Για να γίνει μόδα.

Η στολή πυρίμαχη, γυαλιστερή,

Κυκλοφορεί πλέον και στον ήλιο

Χωρίς τον κίνδυνο της ακτινοβολίας.

Αντέχει ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

Ζει ανάμεσα σε ύποπτα, φανταχτερά πλάσματα

Και κουρνιάζει σαν ψοφίμι,

Για να παρατηρεί καλύτερα.

Ούτως ή άλλως, δεν του δίνει κανείς

Την  π α ρ α μ ι κ ρ ή  σημασία.

Πάντως όταν είναι κουρασμένο,

Βάζει τελεία.

Από την «ολόφρεσκια» συλλογή ποιημάτων της Βάσιας Μπακογιάννη «Παρανυχίδες», εκδόσεις Χαραμάδα.
Το δημοσιεύω με την άδειά της, την ευχαριστώ πολύ. 

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ρυθμισμένα και ήρεμα,

ανάμεσα σε ώρες εργασίας και αμίλητα συζυγικά νεκρόδειπνα,

λίγος καφές στο τέλος του φαγητού για τη χώνεψη,

λίγα όνειρα για το φόβο της καρδιοπάθειας,

λίγη ελεημοσύνη για τη σωτηρία της ψυχής.

Ώσπου μια νύχτα, σηκώνονται στη μέση του δείπνου ξαφνικά,

από συνήθεια, μάλιστα, παίρνουν και το καπέλο τους –

και χάνονται. Που πάνε; Κανείς δεν ξέρει. Μα η δίψα τους

καίει

κι η απόγνωση μεγαλώνει τους ορίζοντες.

Έτσι σκέφτηκαν, δηλαδή, να κάνουνε για μια στιγμή.

Ύστερα πέρασε. Σκουπίζουνε το λίγο ιδρώτα πλάι στη μύτη

και μπαίνουν αθόρυβα στην κρεβατοκάμαρα. Ενώ στο διάδρομο

μένει μονάχο, πάνω στην καρέκλα, το καπέλο

σαν το πικρό ανάχωμα ενός τάφου

που σκέπασε βαριά κι ανέκκλητα

όλη τη ζωή τους.

 
 
Από το βιβλίο του του Τάσου ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ, μια επιλογή ποιημάτων από τον ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ: «Υάκινθοι, βιολέτες και ηλιοτρόπια», εκδόσεις Κέδρος. 

-Το παρακάτω κείμενο μου το εμπιστεύτηκε να το διαβάσω μια καλή και πολύτιμη φίλη η Κ.Χ, συνοδοιπόρος απ’ τα παλιά δύσκολα χρόνια μέχρι σήμερα (πάλι δύσκολα είναι τώρα αλλά λέμε…). Έγραψε αυτό που δεν γνωρίζω πως να το αποκαλέσω γιατί δεν είμαι ειδικός, είναι δοκίμιο, είναι διήγημα, είναι μυθιστόρημα ας επιλέξουν οι ειδικοί. Όταν το διάβασα συγκλονίστηκα και, επειδή δεν είναι η μητρική μου γλώσσα η αγγλική, της ζήτησα (την πίεσα λίγο για να είμαι ακριβής) να το μεταφράσει και το έκανε με επιφυλάξεις γιατί όπως είπε της «βγήκε» να το γράψει στ’ αγγλικά και είναι δική της πρόταση (και επιθυμία) για όσους μπορούν να το διαβάσουν στην αγγλική γλώσσα γιατί σ’ αυτήν πλάστηκε. Εγώ το «χόρτασα» στην ελληνική έκδοση του. Την ελληνική μετάφραση που έκανε η ίδια θα την βρείτε μετά την αγγλική έκδοση.
Έχει πόνο, μοναξιά αλλά κι αγάπη και στο τέλος  έχει μια ιδιαίτερα γλυκόπικρη αισιοδοξία(;), κυρίως όμως, έχει πολύ ανθρώπινο σπαραγμό. Εγώ το νιώθω όμορφο, τρυφερό, σκληρό και αληθινό και θέλησα να το μοιραστώ με όποιον έχει τη διάθεση. Έχω υποχρέωση να ενημερώσω ότι (για μένα) είναι αρκετά σκληρό έως σοκαριστικό, χρειάζεται λίγο «γερό στομάχι»!
Δεν ήταν εύκολο να αποσπάσω τη συγκατάθεσή της για τη δημοσίευσή του αλλά το αποφάσισε και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Το αγάπησα γιατί με συντάραξε, και βεβαίως δεν είμαι κριτικός, είμαι απλά αναγνώστρια και θέλω να βγει στο «φως» του διαδικτύου. Ελπίζω να σας συγκινήσει όσο με συγκίνησε.
… να είστε καλοί μαζί του, σας παρακαλώ, γιατί γράφτηκε με αγάπη.

(περισσότερα…)

…σα να περιγράφει (ο ποιητής) κομμάτια που θυμίζουν εκείνη που «έφυγε», όχι απόλυτα, όμως, στο λίγο τους, στα σημεία, που λέμε… τόσο πετυχημένα!

Γράφει, λοιπόν, «ο ποιητής»:

«Από τα χέρια των γονιών μου, που δεν ήταν ποτέ

ενωμένα, ξέφυγε η ισορροπία της ψυχής μου.

Δια παντός. Άργησα τόσο να το καταλάβω!

Μια ζωή κάθιζα στο σκαμνί τον εαυτό μου,

με την κατηγορία πως δεν είχε τη δύναμη, ή την ικανότητα,

ή την εξυπνάδα, να κερδίσει αυτή την τόσο ζηλευτή ισορροπία.

Μια ζωή εμπιστεύθηκα κι ακολούθησα, σαν πεινασμένο

σκυλί, τσαρλατάνους, τυχοδιώκτες, αγύρτες, ταχυδακτυλουργούς, (περισσότερα…)

Χορικό

Posted: Αύγουστος 21, 2011 in ποίηση-λογοτεχνία
Ετικέτες: ,

Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.

Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει

ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.

Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.

Δεν υπάρχουν σκάλες τόσο μεγάλες

να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται

του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,

αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνεν όλα

τα δέντρα του κόσμου.

Νικηφόρος Βρεττάκος «τα ποιήματα»
τόμος δεύτερος,
εκδόσεις Τρία Φύλλα
 

… πόσο ανακουφιστικά αληθινός! …τι όμορφο λιμάνι… η ποίηση, σα χάδι βελούδινο σε φονικά βράχια, πόσο βαστάει να τα μαλακώσει;

Σ’ έχω σκεπάσει με φύλλα και κλαδιά της καρδιάς –

μια μεγάλη σημαία από άνθη και χρώματα,

να θαμπώσω τους φύλακες της νυχτός, να μπορέσω

να σε βγάλω πιο πέρα. Να περάσεις ανέγγιχτη

την αλέα της λησμονιάς.

Να διαβείς

καθώς μια βασίλισσα που πάνω σ’ ένα άρμα

χρυσό όρθια στέκεται κι έχοντας

ανοιγμένα τα χέρια της παραμερίζει το χρόνο.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «τα ποιήματα»
Τόμος δεύτερος, εκδόσεις Τρία Φύλλα
 
…να περάσεις ανέγγιχτη την αλέα της λησμονιάς…

Συλλαβές

Posted: Ιουνίου 21, 2011 in ποίηση-λογοτεχνία
Ετικέτες: ,

Κι ό,τι μ’ απόμεινε απ’ το πέρασμά σου

σιγά-σιγά ο χρόνος το λειαίνει

σαν ένα βότσαλο της ποταμιάς.

Μονάχα πιά για τ’ όνομά σου είμαι σίγουρος.

Κι όλο το λέω, το ξαναλέω μπρος στη θάλασσα

μήπως και κάποια νύχτα,

όταν μας πνίγουνε τα σύρματα κι η πέτρα,

το χρειαστώ σα λέξη σωτηρίας

κι ανακαλύψω αιφνίδια πως κι αυτό έχει σβήσει.

Τίτος Πατρίκιος
“Λυσιμελής Πόθος”,
εκδόσεις Καστανιώτη & Διάττων

Συλλαβές… βότσαλο… ποταμιά… θάλασσα… νύχτα… πέτρα… σωτηρία… Πατρίκιος… αγαπημένα σωτήριος ποιητής.