Archive for the ‘ιστορίες-παραμύθια-μύθοι’ Category

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μυρμήγκι

Το παραμύθι με το μικρό μυρμήγκι ξεκινά από πολύ παλιά, δεκαετίες πριν. Δεν είναι από αυτά που ακούγαμε μικροί. Είναι από εκείνα που μάθαμε (;) μεγάλοι. Θα το θυμηθείτε όλοι, είμαι βέβαιος. Κάπου το έχετε ξανακούσει, κάπου το έχετε ξαναδεί, σίγουρα κάποτε βρήκατε τον ίδιο τον εαυτό σας ως ήρωα στην πλοκή του. Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν ήταν ένα μικρό μυρμήγκι το οποίο κάθε μέρα (εκτός από τις μέρες του χειμώνα) έβγαινε από την φωλιά του και γύρευε τροφή για το ίδιο αλλά και για να αποθηκεύσει στη φωλιά του για όλες τις δύσκολες μέρες που κάθε χρόνο ακολουθούσαν. Αυτό το μικρό μυρμήγκι συνήθιζε καθημερινά να πηγαίνει σε έναν θεόρατο πέτρινο τοίχο και με τα μικρά του δόντια να δαγκώνει λίγο από το σκληρό πέτρινο υλικό και να το μεταφέρει στην φωλιά του. (περισσότερα…)

…Κάποια μέρα ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν λέει, ένα παιδί, μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτε με ακρίβεια γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι.
Και πραγματικά, η εξωτερική εμφάνιση της Μόμο ήταν λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που δίνανε μεγάλη σημασία στην καθαριότητα και την τάξη. Ήταν κοντούλα, λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατον να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα. Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά φορά παπούτσια, αλλά κι αυτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα. Κι αυτό γιατί τίποτα απ’ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο. Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιος μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε ποτέ ένα τόσο ωραίο σακάκι με τόσες πολλές τσέπες; (περισσότερα…)

Το λιοντάρι είναι δυνατό, γιατί τα άλλα ζώα είναι αδύναμα. Το λιοντάρι τρώει το κρέας των άλλων, γιατί τα άλλα το αφήνουν να τα φάει. Το λιοντάρι δεν σκοτώνει με τα νύχια ή με τα δόντια. Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας. Στην αρχή πλησιάζει σιγά σιγά, αθόρυβα, γιατί έχει σύννεφα στα πόδια που σκοτώνουν το θόρυβο. Κατόπιν πηδά και αναποδογυρίζει το θύμα, μια επίθεση που ποντάρει πιο πολύ στον αιφνιδιασμό απ’ ό,τι στη δύναμη.

Κατόπιν στέκεται και το κοιτάζει. Κοιτάζει τον αιχμάλωτό του, τον καρφώνει στα μάτια. Το καημένο το ζωάκι που θα πεθάνει απομένει να κοιτάζει μονάχα, κοιτάζει το λιοντάρι που το κοιτάζει. Το ζωάκι δεν βλέπει πια τον ίδιο του τον εαυτό, βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει την εικόνα του στη ματιά του λιονταριού, βλέπει ό,τι, στα μάτια του λιονταριού, είναι μικρό και αδύναμο. Το ζωάκι ούτε που το σκεφτόταν αν ήταν μικρό ή αδύναμο, ήταν βλέπεις ένα ζωάκι, ούτε μεγάλο ούτε μικρό ή αδύναμο.
Αλλά τώρα βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει το φόβο. Και βλέπει ότι το βλέπουν, το ζωάκι πείθεται, από μόνο του, ότι είναι μικρό και αδύναμο. (περισσότερα…)

-Το παρακάτω κείμενο μου το εμπιστεύτηκε να το διαβάσω μια καλή και πολύτιμη φίλη η Κ.Χ, συνοδοιπόρος απ’ τα παλιά δύσκολα χρόνια μέχρι σήμερα (πάλι δύσκολα είναι τώρα αλλά λέμε…). Έγραψε αυτό που δεν γνωρίζω πως να το αποκαλέσω γιατί δεν είμαι ειδικός, είναι δοκίμιο, είναι διήγημα, είναι μυθιστόρημα ας επιλέξουν οι ειδικοί. Όταν το διάβασα συγκλονίστηκα και, επειδή δεν είναι η μητρική μου γλώσσα η αγγλική, της ζήτησα (την πίεσα λίγο για να είμαι ακριβής) να το μεταφράσει και το έκανε με επιφυλάξεις γιατί όπως είπε της «βγήκε» να το γράψει στ’ αγγλικά και είναι δική της πρόταση (και επιθυμία) για όσους μπορούν να το διαβάσουν στην αγγλική γλώσσα γιατί σ’ αυτήν πλάστηκε. Εγώ το «χόρτασα» στην ελληνική έκδοση του. Την ελληνική μετάφραση που έκανε η ίδια θα την βρείτε μετά την αγγλική έκδοση.
Έχει πόνο, μοναξιά αλλά κι αγάπη και στο τέλος  έχει μια ιδιαίτερα γλυκόπικρη αισιοδοξία(;), κυρίως όμως, έχει πολύ ανθρώπινο σπαραγμό. Εγώ το νιώθω όμορφο, τρυφερό, σκληρό και αληθινό και θέλησα να το μοιραστώ με όποιον έχει τη διάθεση. Έχω υποχρέωση να ενημερώσω ότι (για μένα) είναι αρκετά σκληρό έως σοκαριστικό, χρειάζεται λίγο «γερό στομάχι»!
Δεν ήταν εύκολο να αποσπάσω τη συγκατάθεσή της για τη δημοσίευσή του αλλά το αποφάσισε και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Το αγάπησα γιατί με συντάραξε, και βεβαίως δεν είμαι κριτικός, είμαι απλά αναγνώστρια και θέλω να βγει στο «φως» του διαδικτύου. Ελπίζω να σας συγκινήσει όσο με συγκίνησε.
… να είστε καλοί μαζί του, σας παρακαλώ, γιατί γράφτηκε με αγάπη.

(περισσότερα…)


[φωτογραφία: Νέστος χειμώνας του 2003 (;) ίσως!]

Είμαστε σε γιορτινή περίοδο κι εφέτος… (όπως κάθε χρονιά δηλαδή …μόνο που ετούτη τη χρονιά κάτι έχει ριζικά και αμετάκλητα αλλάξει!)
Δεν νιώθω άνετα να το δημοσιοποιώ αλλά ποτέ δεν αγάπησα τις γιορτές, πάντα ένιωθα άβολα και μελαγχολικά, μόνο κάποιες στιγμές μέσα από τα μάτια των παιδιών που ενθουσιάζονται και το εκφράζουν με τσιριχτά και γέλια, χαζεύοντας τον ενθουσιασμό τους καταφέρνω να πάρω μια στάλα από την αίσθηση της γιορτής.
Η Κατερίνα τέτοια εποχή, τα τελευταία χρόνια, μας αποχαιρετούσε γιατί έφευγε για «άλλες πατρίδες» όπως λέγαμε μαζί και εννοούσαμε τις αγαπημένες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Εξαίρεση ήταν η περσινή χρονιά που ήταν ήδη άρρωστη και είχε αποτραβηχτεί στην Εύβοια. Μαζί της μοιράστηκα, την προ-προ τελευταία χρονιά (τον Δεκέμβρη του 2008) το πως ο χειμώνας μπορεί να γίνει γλυκιά άνοιξη σ’ αυτές τις άλλες πατρίδες και να υποδέχεσαι τον καινούργιο χρόνο στο Chiloe, ένα νησάκι δίπλα στη Χιλή, τρώγοντας ποπ κόρν και πίνοντας Χιλιανό κρασί γιατί όλα (μα όλα!!) τα μαγαζιά ήταν κλειστά!

Εφέτος κανείς δεν θα πάει ταξίδι, (τουλάχιστον όχι μεγάλο και όχι από τους ανθρώπους που γνωρίζω και αγαπώ),
εφέτος είμαστε όλοι οι υπόλοιποι εδώ, εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα, στην πληγωμένη δική μας χώρα, (περισσότερα…)

Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με τους άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…

Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του. (περισσότερα…)

Ήταν κάποιος μια φορά που είχε πάρει απόφαση να χαίρεται τη ζωή του.

Νόμιζε ότι για να μπορεί να το κάνει αυτό, έπρεπε να έχει πολλά λεφτά.

Σκεφτόταν ότι δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ευχαρίστηση, όταν πρέπει να διακόπτεται η απόλαυση από τη δυσάρεστη φροντίδα του να βγάλεις λεφτά.

Σκέφτηκε, έτσι μεθοδικός που ήταν, ότι για να μην απασχολεί το μυαλό του και να μη στενοχωριέται, έπρεπε να χωρίσει τη ζωή του σε δύο μέρη: πρώτα θα έβγαζε αρκετά λεφτά και μετά θα απολάμβανε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του.

Υπολόγισε ότι ένα εκατομμύριο δολλάρια θα του έφταναν για να ζήσει ήσυχος την υπόλοιπη ζωή του.

Αφιέρωσε λοιπόν όλες του τις δυνάμεις στο να κερδίσει χρήματα και να μαζέψει πλούτη.

Επί χρόνια, κάθε Παρασκευή, άνοιγε το βιβλίο εσόδων και άθροιζε τα αγαθά του.

¨Όταν μαζέψω το εκατομμύριο» έλεγε, «δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγμή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ’ αφήσω να μου συμβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατομμύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο». (περισσότερα…)

Ήταν μια φορά ένα νησί όπου κατοικούσαν όλα τα συναισθήματα και όλες οι ανθρώπινες ιδιότητες που υπάρχουν. Εκεί ζούσαν μαζί ο Φόβος, το Μίσος, η Σοφία, η Αγάπη και η Αγωνία. Όλοι ήταν εκεί.

Μια μέρα, καλεί η Γνώση τους κατοίκους του νησιού και τους λέει:
«Έχω να σας ανακοινώσω μια άσχημη είδηση, το νησί βυθίζεται».
Τα συναισθήματα που κατοικούν στο νησί δεν μπορούν να πιστέψουν στ’ αυτιά τους:
«Όχι, δεν γίνεται! Εμείς εδώ ζούμε όλη μας τη ζωή!»
Η Γνώση επαναλαμβάνει:
«Το νησί βυθίζεται».
«Μα δεν είναι δυνατόν! Μπορεί να κάνεις λάθος!».
«Εγώ δεν κάνω ποτέ λάθος» τους ξεκαθαρίζει η Γνώση.
«Αν σας λέω ότι βυθίζεται, είναι γιατί πράγματι βυθίζεται».
«Και τώρα, τι θα κάνουμε;» ρωτούν τα συναισθήματα.
Οπότε, απαντάει η Γνώση.
«Λοιπόν, κάντε ό,τι θέλετε, εγώ πάντως σας προτείνω να βρείτε έναν τρόπο να φύγετε από το νησί… Φτιάξτε ένα καράβι, μια βάρκα, μια σχεδία, ή ό,τι άλλο μπορείτε και φύγετε, γιατί αυτός που θα μείνει στον νησί, θα χαθεί μαζί του».
«Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις;» ρωτούν όλοι μαζί, γιατί έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά της. (περισσότερα…)