Ναρκισσισμός και Φασισμός στο Γ’ Ράιχ

Posted: Σεπτεμβρίου 23, 2014 in αποσπάσματα από βιβλία
Ετικέτες: , , , , ,

narkissism third rahx

psycheandlife: Κάνω το σχόλιο στην αρχή για τυχόν επιπόλαιες παρανοήσεις και βιαστικά συμπεράσματα…

Είναι ένα απόσπασμα απ’ το εξαιρετικά ενδιαφέρον, επίκαιρο και (κατ’ εμέ) αποκαλυπτικό βιβλίο του Stephan Marks (βεβαίως και αυστηρά ΧΩΡΙΣ να βγαίνει το συμπέρασμα ότι ήταν μόνο ο ναρκισσισμός η αιτία που ακολούθησαν εκατομμύρια άνθρωποι τον Χίτλερ, οι λόγοι είναι αρκετά πολύπλοκοι και πολυπαραγοντικοί. Η επιλογή του αποσπάσματος είναι απολύτως υποκειμενική –που ομολογουμένως δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε γρήγορη– … ψάχνοντας και προσπαθώντας να κατανοήσω με την ματιά του ψυχοθεραπευτή).

Γράφει ο μεταφραστής Στράτος Δορδανάς
«… Ο Stephan Marks δεν είναι ιστορικός αλλά κοινωνιολόγος και αυτό του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει συνδυαστικά τα πορίσματα και άλλων γνωστικών κλάδων, όπως της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της εθνολογίας, της ψυχιατρικής και ψυχανάλυσης, της ψυχολογίας, στηριζόμενος σε πλούσια βιβλιογραφία.
…αυτή η ιστορία “από τα κάτω” κρίνεται απαραίτητη για τη διερεύνηση και ερμηνεία των κινήτρων που ώθησαν τους ανθρώπους αυτούς να συμμετάσχουν στις διάφορες οργανώσεις, ταυτίζοντας την τύχη τους με την τύχη του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους. Ο Marks διατυπώνει προς την κατεύθυνση αυτή μια σειρά καίριων ερωτημάτων και μέσω των απαντήσεων διερμηνεύει τη “γοητεία” που άσκησε ο Χίτλερ στα πλήθη, επιστρέφοντας πίσω στους ανθρώπους της εποχής και στις ανάγκες τους. Η Γερμανία του Μεσοπολέμου επιζήτησε έναν “λυτρωτή” από τα δεινά του Μεγάλου Πολέμου και, όταν τον βρήκε στο πρόσωπο του Χίτλερ, πορσδέθηκε σ’ αυτόν και πίστεψε τις υποσχέσεις του γιατί είχε την ανάγκη να το κάνει.

Ταυτόχρονα αυτή η ανθρώπινη ανάγκη για επιβεβαίωση, για εξουσία, για μια ειδυλλιακή κατάσταση, απ’ όπου απουσίαζε η συναίσθηση και η ανάληψη ευθύνης, για ένα συλλογικό φαντασιακό, όπου η νέα πραγματικότητα ερχόταν να απαντήσει σε όλα τα κοινωνικά-ατομικά προβλήματα και ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την τραυματισμένη εθνική τιμή, βρέθηκε στο επίκεντρο της προπαγάνδας του ολοκληρωτικού κράτους και χρησιμοποιήθηκε για να παράσχει στο καθεστώς πειθήνιους οπαδούς.
Η μελέτη του Marks για τους αφανείς οπαδούς αποτελεί σε τελική ανάλυση μια απόπειρα βαθύτερης κατανόησης των μηχανισμών επιβολής του ολοκληρωτισμού επί του ατόμου, καθιστώντας το μέλος ενός απρόσωπου συνόλου, εκεί όπου το “Εγώ” υποτάσσεται στο “Εμείς”. Σ΄αυτή τη διαδικασία το συναίσθημα έπαιξε τον πρωτεύοντα ρόλο, και η λογική εξοβελίστηκε από την κοινωνική πρακτική, με τον ίδιο τρόπο που παραμερίστηκε η διανόηση από την εθνική κοινότητα.
…Στο ερώτημα εάν η Ιστορία επαναλαμβάνεται, προτάσσει τη διδακτική δυναμική της που μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα έναντι όσων επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν για μια ακόμη φορά την ανάγκη της λύτρωσης έναντι των κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων και τη φυγή από την πραγματικότητα μέσω της καταφυγής στον “άρχοντα-ιερέα” των πρωτόγονων κοινωνιών. Η επούλωση του τραύματος και η αποτροπή εμφάνισης του μετα-τραύματος αποτελεί την καλύτερη πρόταση, με πεδίο εφαρμογής τις κοινωνίες του σήμερα. Όσα οι ίδιες οι κοινωνίες έχουν θέσει “κάτω από το χαλί” της Ιστορίας, μετατρέποντάς τα σε ταμπού, επιβάλλεται να τύχουν της απαραίτητης επεξεργασίας και να τεθούν στο τραπέζι ενός ευρύτερου δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού, ώστε να παραχθεί ο χούμος, το πρωτεϊνικό υλικό μιας νέας αρχής.»

Απόσπασματα από τον πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική μετάφραση

[…] Η μέχρι σήμερα ανάλυση του Εθνικοσοσιαλισμού δεν περίελαβε το μεμονωμένο άτομο. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκαν τα θύματα και μια ευδιάκριτη μικρή ομάδα ναζιστών δραστών, ενώ η συμμετοχή ενός μεγάλου μέρους του μη εβραϊκού πληθυσμού παρέμενε στο προσκήνιο. Χρησιμοποιήθηκαν προσδιορισμοί όπως «υποστηρικτές» (ή αντίστοιχα σύμφωνα με την αγγλική ορολογία “bystander=παριστάμενος»), για να περιγράψουν τα εκατομμύρια των αντρών και των γυναικών που παρέμειναν απλώς περισσότερο ή λιγότερο απαθείς «απέναντι» σε όσα διαδραματίζονταν δίπλα τους ή απλώς υπήρξαν «συνοδοιπόροι». Πράγματι ο Αδόλφος Χίτλερ δεν θα ήταν δυνατόν να καταλάβει ποτέ την εξουσία χωρίς την ψήφο τους, χωρίς τον ενθουσιασμό και την κινητοποίησή τους. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα εκατομμύρια των εγκλημάτων της Βέρμαχτ –στην Ελλάδα και στις άλλες κατεχόμενες χώρες– δεν θα είχαν συμβεί ποτέ χωρίς την προθυμία των εκατομμυρίων Γερμανών αντρών, οι οποίοι στο όνομα του Χίτλερ και του Γ’ Ράιχ δέχτηκαν να «πετάξουν στη θάλασσα» τις ηθικές αξίες τους και να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους.

[…] Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκαν συνηθισμένοι άντρες και γυναίκες και τα τότε κίνητρά τους, τα συναισθήματα, τα ιδανικά και ο τρόπος συμπεριφοράς τους.

[…] Εμείς, μια διεπιστημονική ομάδα, πήραμε συνεντεύξεις από ηλικιωμένους ανθρώπους (στο κείμενο αναφέρονται ως πληροφορητές), οι οποίοι τότε ήταν οπαδοί του Εθνικοσοσιαλισμού. Μέσα από τη διαδικασία αυτών των συνεντεύξεων επιδιώξαμε να κατανοήσουμε τί ήταν εκείνο που παρακίνησε αυτούς τους άντρες και τις γυναίκες; Τί ήταν εκείνο που τους γοήτευσε τόσο πολύ στο Γ’ Ράιχ; Γιατί ακολούθησαν τον Χίτλερ;

[…] Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την Ακροδεξιά, αφού πρώτα την κατανοήσουμε…

[…]
Ναρκισσισμός και ναρκισσιστική συμπαιγνία

Ο Hermann Geibler γεννήθηκε το 1923 σε ένα μικρό χωριό στην περιοχή του Vogelsberg. Μετά από τον πόλεμο σπούδασε κοινωνικές επιστήμες και παιδαγωγικά. Σήμερα ζει στο Kehl. Είναι μετρίου αναστήματος, αδύνατος και εντυπωσιάζει η σεμνότητά του. Κοιτάζει τον ερευνητή με ορθάνοικτα μάτια, τόσο που αισθάνεται ότι έχουν καρφωθεί επάνω του. Ο πληροφορητής είναι πολύ παραστατικός όταν μιλά. Με ειλικρίνεια αφηγείται τα παιδικά και νεανικά χρόνια του κατά την περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού, καθώς και τις πολεμικές εμπειρίες του στο Ανατολικό Μέτωπο.

Ο Geibler προέρχεται από φτωχή οικογένεια. Η υποστήριξη που είχε από έναν εθνικοσοσιαλιστή δάσκαλο κατέστησε δυνατή τη φοίτησή του σε σχολείο του Εθνικοσοσιαλισμού (Napola). Οι μαθητές πανηγύριζαν για την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ποθούσαν τη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Μετά από τις απολυτήριες εξετάσεις του Λυκείου κατατάχθηκε εθελοντής στους σκαπανείς. Την πολυπόθητη κατάταξη και τη συμμετοχή στον πόλεμο ακολούθησε σε σύντομο χρονικό διάστημα η οπισθοχώρηση. «Από το 1943 ξεκίνησε σταδιακά η οπισθοχώρηση. Για μάς τους σκαπανείς σήμαινε ότι ο αποκλειστικός μας στόχος ήταν πλέον η καταστροφή, με άλλα λόγια, ότι δεν έπρεπε να αφήσουμε πίσω μας τίποτε που ο εχθρός θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Ταυτόχρονα σήμαινε ότι δεν αφήναμε τίποτε πίσω που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο άμαχος πληθυσμός, για να μην ενισχύσουμε την υποστήριξή του στον Κόκκινο Στρατό. Υπήρχε ένα διάστημα, σχεδόν ολόκληρο το 1943 και μέχρι το τέλος, κατά το οποίο η μόνη μας αποστολή ήταν να καταστρέφουμε. Ανατινάζαμε ατμομηχανές, φορτηγά, μηχανές, υψικαμίνους, τα πάντα. Καταστρέψαμε επίσης όλο το δίκτυο ύδρευσης, που φυσικά ήταν πολύ σημαντικό».

Ο ερευνητής είναι ευχαριστημένος με το πλούσιο υλικό που έχει ηχογραφήσει και καταγράφει την αυθεντικότητα και την αξιοπιστία που αποπνέει ο πληροφορητής. Εντούτοις μετά από το τέλος της συνέντευξης νιώθει πολύ κουρασμένος, «πτώμα από την κούραση». Αυτό συνέβη γιατί ο πληροφορητής «έλεγε πάρα πολλά, οι πληροφορίες του ήταν καταιγιστικές, και επομένως έπρεπε να προσέχω για να διατηρήσω τον αυτοέλεγχό μου».

Αργότερα ο Geibler συμμετείχε σε μια δια-ηλικιακή ομάδα συζήτησης, που είχαμε συγκροτήσει με σκοπό να αντιπαραβάλουμε τις πληροφορίες. Από την πρώτη στιγμή επιβλήθηκε στην ομάδα με τους μονολόγους του και, παρά τις ερωτήσεις και τις προτάσεις-συμβολές των άλλων συμμετεχόντων, έλεγε ξανά και ξανά: «Έχω να πω και άλλα!» Όλες οι προσπάθειες του συντονιστή να θέσει φραγμό στους μονολόγους του, για να δοθεί η ευκαιρία και στους άλλους να πουν μια κουβέντα, απέβησαν άκαρπες· απλώς συνέχισε ακλόνητος να μιλά, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των άλλων. Σταδιακά όλο και περισσότεροι συμμετέχοντες αποχώρησαν από την ομάδα, γεγονός που κατέστησε αυτομάτως την τρίτη συνεδρία και την τελευταία, γιατί εκτός από δύο άτομα όλοι οι υπόλοιποι είχαν αποχωρήσει.

Υποστηρίζουμε ότι η συμπεριφορά του Geibler οφείλεται στο γεγονός ότι αντιδρά σαν να είναι κυριευμένος από ναρκισσιστικές επιθυμίες: «Εγώ! Εγώ! Πρέπει τώρα να διηγηθώ την ιστορία μου!». Αυτός ο πόθος είναι τόσο δυνατός, ώστε η ιστορία του επιβάλλεται έναντι όλων των άλλων με συνέπεια να αποκλείει κάθε πιθανότητα για διάλογο. Κάθε επικοινωνία, κάθε διάθεση για προβληματισμό και διατύπωση ερωτημάτων, κάθε πρόθεση για συμμετοχή δυναμιτίζεται. Η όποια διάθεση για ζωντανή επικοινωνία τινάζεται στον αέρα. Αν και οι υπόλοιποι στην ομάδα είχαν κουραστεί από τον μονόλογό του, ο ίδιος συνέχισε να μιλά μέχρι να καταστρέψει κάθε διάθεση και έννοια διαλόγου.

Παρόμοιες εμπειρίες είχαμε και κατά τη διάρκεια του συνεδρίου που οργανώσαμε με αντικείμενο το ερευνητικό πρόγραμμά μας. Στην αίθουσα του συνεδρίου, ασχέτως αν ήταν παρόντες σαράντα, εξήντα ή διακόσιοι συμμετέχοντες, σηκώνονταν συνεχώς όρθιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι της προαναφερόμενης κατηγορίας και, αδιαφορώντας για όλους τους άλλους, άρχιζαν να διηγούνται επί μακρόν την ιστορία της ζωής τους. Μόνο μετά από πολύ κόπο γινόταν κατορθωτό να σταματήσουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξεσπούσε πραγματικός καυγάς μεταξύ διαφόρων, καθώς ο καθένας τους ήθελε να μιλήσει όποτε αυτός το επιθυμούσε, δηλαδή την ίδα ακριβώς στιγμή με τους υπόλοιπους. Επίσης συχνά οι συμμετέχοντες δεν έδειχναν καμιά διάθεση να περιορίσουν τον χρόνο ομιλίας τους, παρά τον θεωρητικό χαρακτήρα που είχε το συνέδριο και παρά την παραβίαση του προγράμματος. Με τον τρόπο αυτόν ήταν προφανές ότι το πρόγραμμα θα έπρεπε να διαρκέσει πολλές ημέρες, αν ο καθένας χρειαζόταν τόσο πολύ χρόνο για να διηγηθεί την προσωπική ιστορία του.
Επίσης διαπιστώσαμε ότι όχι λίγες φορές μερικοί πληροφορητές αντιλήφθηκαν τα δεινά των Εβραίων συμπατριωτών τους με έναν απόλυτα εκπληκτικό ναρκισσιστικό τρόπο, ως ένα «βάρος» για τους ίδιους. Ένα παράδειγμα:

Η Leonore Held θεώρησε ότι η επιθεώρηση του γκέτο στο «Litzmannstadt»(η πολωνική πόλη Lodz) ήταν μια υπόθεση «πολύ στενάχωρη». Και έσπευσε να διευκρινήσει: «Αυτός ο δήμαρχος με κάθε τρόπο έπρεπε κάθε μήνα να παραδίδει πολλές χιλιάδες στρατιωτικές στολές και παπούτσια. Αν δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, που σκοπίμως διατηρούνταν σε υψηλά επίπεδα, κάτι που δεν ήταν δυνατόν, όπως μάθαμε, τότε έπρεπε να την αντισταθμίσει με πληρωμή σε χρυσό εβραϊκής προέλευσης. Και όπως ακούσαμε, εγώ στο μεταξύ ήμουν είκοσι έξι χρονών, το ζήτημα είχει καταστεί βάρος, ένας ψυχικός καταναγκασμός». Ένας άλλος πληροφορητής ερμήνευσε την ξαφνική εξαφάνιση του νεανικού του έρωτα τον Νοέμβριο του 1938 ως εξής: «Έφυγε και έμεινα εγώ [!] πίσω να καίγομαι από έρωτα, αν και ήμουν ακόμη παιδί». Στη συνέχεια της συνέντευξης δεν έγινε καμιά άλλη αναφορά στην Εβραία κοπέλα.

Οι παραπάνω επισημάνσεις αποδεικνύουν τη στενή σύνδεση μεταξύ του ναρκισσισμού και του Εθνικοσοσιαλισμού. Ακολουθούν μερικές βασικές πληροφορίες γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα.

Σχετικά με τον ναρκισσισμό

Ο όρος ναρκισσισμός προέρχεται από τον Νάρκισσο, μορφή της ελληνικής μυθολογίας που γεννήθηκε μετά από βιασμό (η νύμφη Λειριόπη βιάστηκε από τον ποταμό-θεό Κηφισσό). Σύμφωνα με τον μύθο ήταν «τόσο περήφανος για την ομορφιά του» που απέρριπτε σχεδόν με άκαρδο τρόπο την αγάπη των άλλων. Σε γενικές γραμμές ως ναρκισσισμός νοείται η αυξημένη ή παθολογική και εκτός ορίων αγάπη για τον εαυτό μας. Ο ψυχαναλυτής Otto Kernberg θεωρεί μεταξύ άλλων τη ναρκισσιστική προσωπικότητα ως μια ακραία αντίληψη του εαυτού, μια δυστυχισμένη προσωπικότητα που έχει σε υπερβολικό βαθμό την ανάγκη της επιβεβαίωσης και του θαυμασμού των άλλων. Αυτές οι προσωπικότητες χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και ταυτόχρονα από αισθήματα κατωτερότητας. Παράλληλα επιδεικνύουν μικρό ενδιαφέρον και τρέφουν ελάχιστα αισθήματα για τους συνανθρώπους τους. Έτσι οι διαπροσωπικές σχέσεις τους είτε παρασιτούν είτε δεν υφίστανται καθόλου.

Ωστόσο ο ναρκισσισμός δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως αυτιστική κατάσταση. Ο Martin Altmeyer τονίζει το δια-υποκειμενικό περιεχόμενο του ναρκισσισμού και τον περιγράφει ως μια ασυνείδητη μάχη για αναγνώριση. Στις ποικίλες μορφές και εκδηλώσεις του ο ναρκισσισμός εκπέμπει ένα ασυνείδητο μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο, το οποίο μπορεί να μεταφραστεί ως εξής: «Κοίταξέ με, άκουσέ με, παρατήρησέ με, θαύμασέ με!». Κατά βάση οι νάρκισσοι επιδιώκουν να γίνουν αγαπητοί, να τύχουν της προσοχής και αναγνώρισης των άλλων. Στην περίπτωση που οι βασικές αυτές απαιτήσεις δεν εκπληρωθούν από τους συνανθρώπους τους, τότε υιοθετούν μια επιθετική στάση ή απομονώνονται, δηλαδή αμύνονται με αρρωστημένο τρόπο: «Με έναν κόσμο που με έχει μεταχειριστεί (μεταχειρίζεται) κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θέλω να έχω καμία σχέση!».

Η ανάγκη να βρίσκεται κάποιος στο επίκεντρο της προσοχής, της ακοής, της παρατήρησης των άλλων, με άλλα λόγια η ανάγκη της αναγνώρισής του από τους άλλους ανήκει στην ανθρώπινη φύση. Όπως έχει επισημανθεί (σε προηγούμενο κεφάλαιο) για τη ντροπή, η ανάγκη να συγκεντρώνει κάποιος το ενδιαφέρον και την προσοχή των άλλων διαπιστώνεται ήδη από τα πρώτα παιδικά χρόνια. Η ψυχολόγος και ερευνήτρια της γυναικείας φύσης Christina Thurmer-Rohr τονίζει την «πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη προσωπικότητα ολοκληρώνεται αρχικά μέσω της αναγνώρισής μας από τους άλλους, όπως επίσης και μέσω της εκ μέρους μας αναγνώρισης των άλλων».

Αυτή η φυσιολογική, υγιής και βασική ανάγκη για αναγνώριση ελαφρώς παραβλέπεται εξαιτίας της ροπής του ναρκισσισμού προς τις παθολογικές καταστάσεις. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να διακριθεί ο υγιής από τον αυξανόμενο (ή παθολογικό) ναρκισσισμό. Πού βρίσκεται ωστόσο η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο; Πώς μπορούμε να διακρίνουμε τις δύο αυτές χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του ναρκισσισμού; Καθώς δεν πάσχουμε από αυτισμό, δεν ζούμε σε έναν α-κοινωνικό χώρο, και λαμβανομένων υπόψιν των θέσεων της Thurmer-Rohr, προτείνω ένα κοινωνικό κριτήριο διάκρισης, που συνάγεται από τις διαλογικές αρχές του Martin Buber.

Ο διάλογος προϋποθέτει την αντιμετώπιση του άλλου με εκτίμηση και σεβασμό. Αν εγώ αποδέχομαι τον/την άλλο/άλλη, δείχνω την απαραίτητη προσοχή και κρατώ μια θετική στάση, τότε αποδεικνύω ότι τους αντιμετωπίζω ως ανθρώπινες αξίες. Σύμφωνα με την Thurmer-Rohr δεν πρόκεται μόνο για την ανάγκη να αποδεχόμαστε και να υπομένουμε την παρουσία των άλλων ανθρώπων, αλλά και να τους δείχνουμε πραγματικό ενδιαφέρον. Ο διάλογος αποκτά νόημα μέσα από την επιδεικνυόμενη διάθεση «να μοιραστούμε τον κόσμο με τους άλλους».

Με βάση τα παραπάνω προτείνω να χρησιμοποιήσουμε ως μέτρο για τον ναρκισσισμό τα περιθώρια της ετοιμότητας και διάθεσης συμμετοχής σε διάλογο που επιδεικνύουν τα συγκεκριμένα άτομα. Με άλλα λόγια, το μέτρο αξιολόγησης μπορεί να είναι ο βαθμός της προσοχής, της εκτίμησης, της θετικής διάθεσης των ατόμων, ώστε να τύχουν του σεβασμού των συνανθρώπων τους, αλλά από την πλευρά τους και οι ίδιοι να σεβαστούν τους άλλους. Επίσης ενδιαφέρει ο βαθμός της ετοιμότητάς τους να μοιραστούν τον κόσμο με τους άλλους, αλλά και της επιθυμίας τους να γίνουν μέλη μιας ομάδας, να αφιερώσουν χρόνο και να εστιάσουν την προσοχή τους σε άλλα μέλη της ίδιας ομάδας. Η ισορροπία μεταξύ του «δίνω» και του «παίρνω» αναγνώριση, χρόνο, προσοχή θα ήταν σε ιδανικές συνθήκες σημάδι του υγιούς ναρκισσισμού. Αντίστοιχα η διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου αναγνώρισης συνιστά ένδειξη αυξανόμενου ή παθολογικού ναρκισσισμού.

Ο Neville Symington αντιλαμβάνεται τον παθολογικό ναρκισσισμό ως μια αμυντική στρατηγική, με την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να προστατευτούν από αφόρητα ψυχικά τραύματα που προκαλούνται από τραυματικές εμπειρίες, συναρτώμενες από την άρνηση αναγνώρισης (για παράδειγμα από το τραύμα που μπορεί να προκληθεί εξαιτίας της κακοποίησης στην παιδική ηλικία). Όταν τα τραύματα αυτά δεν τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας, τότε συχνά εκδηλώνονται, σύμφωνα με τον Symington, ως μίσος κατά των θεμελιακών γεγονότων της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ιδιοσυστασία του ανθρώπου υφίσταται πάντα σε μια συνάρτηση με εκείνη των υπόλοιπων ανθρώπων. Εξαιτίας των τραυματικών εμπειριών εκλείπει η επιθυμία της κοινωνικότητας, με συνέπεια ο νάρκισσος να αντιλαμβάνεται τους άλλους μόνο σε συνάρτηση με την ικανοποίηση των δικών του αναγκών. Οι παθολογικές-ναρκισσιστικές προσωπικότητες δεν βλέπουν, δεν ακούν αλλά ούτε και αισθάνονται στην πραγματικότητα την παρουσία των άλλων ανθρώπων. Στις συζητήσεις συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχουν οι συνομιλητές τους. Δεν ενδιαφέρονται να δώσουν και την ίδια στιγμή διαμαρτύρονται ότι δεν γίνονται κατανοητοί. Ο Symington συγκρίνει την παθολογική-ναρκισσιστική προσωπικότητα με ένα κενό, με μια ζελατίνη, με μια «ύπαρξη που ναι μεν έχει σκελετό, αλλά στερείται εσωτερικής οντότητας, εσωτερικής ζωντάνιας».
(Σύμφωνα με τον Symington ο ναρκισσισμός σημαίνει να ζεις σε ένα ναρκισσιστικό βομβύκιο, απομονωμένος από τα συναισθήματα. Η αυτογνωσία αποφεύγεται με κάθε κόστος , “υφίσταται ένας θεμελιώδης φόβος που κρύβει πανικό και ο οποίος βιώνεται ολοένα και πιο έντονα”. Είναι έκδηλη επίσης η ανικανότητα αποδοχής της κριτικής. Η αυτογνωσία αποτρέπεται, καθώς επιδιώκεται να προβληθσούν στους άλλους οι ανεπιθύμητες πλευρές του χαρακτήρα μας, όπως είναι για παράδειγμα ο φθόνος, η ζήλια ή η επιθετικότητα).

Εξαιτίας της μεγάλης ανάγκης για επιβεβαίωση και θαυμασμό οι άλλοι καλούνται να λειτουργήσουν με τέτοιον τρόπο, ώστε ο νάρκισσος να καθρεπτίζεται και να επιβεβαιώνεται μέσα από την επιθυμητή προσωπική του εικόνα. Ο προσδιορισμός «ναρκισσιστική κακοποίηση» περιγράφει αυτού του είδους τις εκμεταλλεύσιμες συγκυριακές σχέσεις που στηρίζονται σε μια ασύμμετρη αναλογία εξουσίας, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, μεταξύ μεγάλων και παιδιών ή στις περιπτώσεις εκείνες, όπου η ανεξαρτησία του παιδιού καθίσταται εκμεταλλεύσιμο είδος για να ικανοποιηθούν οι ναρκισσιστικές ανάγκες της μητέρας, όπως έδειξε η Claudia Heyne στο βιβλίο της για τις γυναίκες θύτες.

Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις το παιδί μετατρέπεται σε «αντικείμενο» που έχει αξία για τη ναρκισσιστική μητέρα στον βαθμό που η ίδια ικανοποιείται. Το Εγώ του παιδιού αναλαμβάνει την αποστολή να καλύψει «την τρύπα του Εγώ» της μητέρας σαν ένα σφράγισμα. Η ναρκισσιστική κακοποίηση σημαίνει με λίγα λόγια, ότι οι μεγάλοι χρησιμοποιούν την ανεξαρτησία του παιδιού για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους για αναγνώριση, προσοχή, αποδοχή και θαυμασμό. Συνέπεια αυτού είναι το παιδί να μεγαλώσει κινδυνεύοντας πιθανότατα στην ενηλικίωσή του να παρουσιάσει και αυτό την ίδια ανάγκη για αναγνώριση, αποδοχή και θαυμασμό. Έτσι το τραύμα της ναρκισσιστικής κακοποίησης κληροδοτείται στις επόμενες γενιές.

Κατά την εκδήλωση της ναρκισσιστικής κακοποίησης η ατομικότητα του άλλου, του παιδιού, βιώνεται ως απειλή που εκφράζεται μέσω του ελέγχου και της απαγόρευσης της αντίληψης, των συναισθημάτων και της σκέψης. Η Alice Miller περιγράφει την απαγόρευση με τη φράση «δεν θα πρέπει να αντιλαμβάνεσαι». Το παιδιί χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς και παρακωλύεται η ανάπτυξη της ξεχωριστής προσωπικότητάς του. Στη θέση του εαυτού το παιδί αναπτύσσει έναν λανθασμένο εαυτό, που δεν είναι αποδεκτός από τους αυθεντικούς εθνο-ηθικούς κανόνες γιατί δεν θεωρείται ικανός να διαχειριστεί την ελευθερία και την υπευθυνότητα, με συνέπεια να καθίσταται βάρος του εαυτού του.

Η ναρκισσιστική κακοποίηση σημαίνει κατ’ επέκταση ότι στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους υπάρχει «πάντα χώρος μόνο για ένα Εγώ». Στο πλαίσιο αυτό οι σχέσεις διαμορφώνονται με βάση την αρχή της «υποταγής και εξουσίας».

Άνθρωποι μειωμένης κοινωνικότητας εξαιτίας της ναρκισσιστικής κακοποίησης αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο –εάν αυτές οι εμπειρίες δεν τύχουν της απαραίτητης επεξεργασίας– να επαναλάβουν ως ενήλικες πλέον το οικείο σχέδιο τη στιγμή ακριβώς που οικοδομούν τις διαπροσωπικές σχέσεις τους ή επιλέγουν τον σύντροφό τους. Πρόκειται για ένα σχέδιο που ανταποκρίνεται, ως προς την προβληματική του, στη ναρκισσιστική φύση τους. Μέσω του ασυνείδητου κοινού παιχνιδιού του ναρκισσιστικού πόθου από δύο ή περισσότερα άτομα οικοδομούνται συγκυριακές σχέσεις, οι οποίες περιγράφονται από τον Christoph Schmidt-Lellek ως «στρεβλές ναρκισσισικές εμπλοκές» και από τον Jurg Willi ως «ναρκισσιστική συμπαιγνία».

Ο προσδιορισμός συμπαιγνία (kollusion) περιγράφει ένα ασυνείδητο παιχνίδι μεταξύ δύο ατόμων. Το «–lusion», δεύτερο συνθετικό της παραπάνω λέξης, προέρχεται από το λατινικό ludere (σημαίνει παίζω) η λέξη «παιχνίδι» έχει εδώ τη σημασία του «παραπλανώ». Επομένως η συμπαιγνία δηλώνει το «παιχνίδι» μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων, το οποίο φαλκιδεύεται από την παραπλάνηση. Η ναρκισσιστική συμπαιγνία λειτουργεί σύμφωνα με το ακόλουθο σχέδιο: Ο Α λατρεύει τον Β. Ο Β εξαρτάται από τον θαυμασμό του Α, όπως και ο Α έχει ανάγκη του θαυμασμού του Β. Ο Α ζει μέσα από και για τον θαυμασμό του Β. Ο Β χρειάζεται την εξάρτηση θαυμασμού του Α για να παγιώσει την εύθραυστη αυτοεκτίμησή του. Ο Α και ο Β δεν διαλέγονται μεταξύ τους, αλλά ο Β μονολογεί και σε αυτόν τον ρόλο έχει την αποδοχή και την υποστήριξη του Α. Ο Α έχει τον παθητικό και ο Β τον ενεργητικό ρόλο.

Ο Εθνικοσοσιαλισμός ως συλλογική ναρκισσιστική συμπαιγνία.

O Josef Acker μιλά για τις εμπειρίες του από την κατάταξή του στα SS:
«Μπορούσε κάποιος να είναι υπερήφανος για την κομψή στολή». Για τα SS γνώριζε τότε μόνο ότι «ήταν ένα ελιτίστικο σώμα. Αυτή η πεποίθηση ότι ανήκαμε σε μια ελίτ ήταν κάτι ιδιαίτερο, και το γεγονός ότι είχα βρεθεί ξαφνικά να φορώ αυτή τη στολή μού δημιουργούσε κάθε στιγμή υπερηφάνεια […]. Ήμουν υπερήφανος που ήμουν κάτι. Εάν παρέμενα πολίτης, νομίζω ότι αυτό δεν θα με έκανε να ξεχωρίζω, όταν περπατούσα στο δρόμο. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, όταν είμασταν μεταξύ μας στο στρατόπεδο. Αλλά όταν ο λόχος μας έβγαινε από το στρατόπεδο και περνούσαμε την πύλη τραγουδώντας, από εκείνη τη στιγμή συγκεντρώναμε πάνω μας τα βλέμματα των πολιτών· ήταν μεθυστικό κάθε φορά που συνέβαινε. Και όταν λέγαμε ‘τα SS προελαύνουν στις εχθρικές χώρες’ και όλοι τραγουδούσαν μαζί μας το ‘σήμερα μας ανήκει η Γερμανία και αύριο…’, όλα αυτά και άλλα στρατιωτικά εμβατήρια, και όταν παρελαύναμε μέσα από την παλιά πόλη της Νυρεμβέργης, μέσα από αυτά τα στενά σοκάκια, τότε ήταν σαν να είχα πάρει ναρκωτικά, έτσι αισθανόμουν· αλλά με τον ίδιο τρόπο αισθάνονταν όλοι, όχι μόνον εγώ. Το συντονισμένο στρατιωτικό βάδισμα αντηχούσε στο δρόμο, ενώ οι άνθρωποι κοιτούσαν από τα παράθυρα για να διαπιστώσουν ποιός ερχόταν παρελαύνοντας ποιός τραγουδούσε· όλα αυτά με ενθουσίαζαν.

Για την ακρίβεια, ο πληροφορητής περιγράφει τον βαθμό εξάρτησής του από το αίσθημα της υπερηφάνειας, από την επιδίωξη να ξεχωρίζει, να συγκεντρώνει την προσοχή και να θαυμάζεται από τους άλλους. Γι’ αυτό ήταν απαραίτητο να αφήνουν πίσω τους το στρατόπεδο, ώστε να αποσπούν την προσοχή των πολιτών της Νυρεμβέργης χάρη στη στολή τους, στις παρελάσεις, στον βηματισμό και στον συγχρονισμό της ομάδας, στα πολεμικά εμβατήρια: «Ήταν ευχάριστο για τον καθένα να τον πλησιάσει ένα κορίτσι ή να αποσπάσει τα βλέμματα του γυναικείου πληθυσμού». Ο θαυμασμός των άλλων γέμιζε ή τουλάχιστον απομάκρυνε το κενό στην αυτοεκτίμησή του. Σημαντικά είναι όσα σημειώνει στη συνέχεια ο Acker αναφορικά με την ένταξή του στα SS: «Τα αισθήματα κατωτερότητας που είχα πάντα ξαφνικά χάθηκαν μετά την ένταξή μου στα SS. Ξαφνικά ήμουν πολύτιμος και σήμαινα κάτι».

Το παραπάνω παράδειγμα ενισχύει τη θέση μου ότι ο Εθνικοσοσιαλισμός λειτουργούσε ως μια μαζική ναρκισσιστική συμπαιγνία. Από την οπτική των οπαδών του Εθνικοσοσιαλισμού η στράτευσή τους στην υπόθεση του Γ’ Ράιχ ήρθε να καλύψει σαν ένα σφράγισμα το υφιστάμενο κενό στην αυτοεκτίμησή τους. Ο Εθνικοσοσιαλισμός από την πλευρά του με το προπαγανδιστικό πρόγραμμά του επιδίωξε να εργαλειοποιήσει τις ναρκισσιστικές ανάγκες των οπαδών του. Σχετικό είναι το παρακάτω παράδειγμα που αντλείται από τις εμπειρίες του ναύτη υποβρυχίου Manfred Prager. Για ενάμιση χρόνο συμμετείχε σε πολεμικές αποστολές και προήχθη σε υπαξιωματικό από τον «ίδιο» τον ναύαρχο Donitz, όπως τόνισε ο πληροφορητής. Ακόμα και σήμερα είναι υπερήφανος για το γεγονός αυτό. «Ενδιαφερόταν για τον καθένα».

Παρομοιάζω την έλξη που ασκεί ο θαυμασμός για την ικανοποίηση των ναρκισσιστικών ανθρώπινων αναγκών με ένα δοχείο νερού, το οποίο απορροφάται αμέσως «λαίμαργα» από ένα στεγνό στυπόχαρτο. Επομένως οι συναισθηματικές σχέσεις στην εθνικοσοσιαλιστική κοινωνία συνιστούσαν ένα πολύπλοκο πλέγμα, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι είχαν την ανάγκη να θαυμάζουν και να θαυμάζονται.

Το κενό στην αυτοεκτίμηση καλύφθηκε

Το ζήτημα της αναγνώρισης, δηλαδή η ανάγκη να θαυμάζεις και να θαυμάζεσαι, κατέχει κεντρική θέση στη συνέντευξη του Manfred Prager:

Ο Prager γεννήθηκε το 1918. Κινείται σαν μια μεγάλη αρκούδα, καθώς είναι μεγαλόσωμος και ρωμαλέος, έχει μεγάλο κρανίο και μπάσα φωνή. Το μικρό σπίτι του στην άκρη της πόλης του Tuttlingen αποκαλύπτει μια λιτή ευμάρεια. Στο καθιστικό κυριαρχεί ένα σκρίνιο σε στιλ «βελανιδιά ρουστίκ». Ο πληροφορητής γελά δυνατά, γελά με την καρδιά του, και το γέλιο του διακόπτεται από τον βήχα. Μαθητής δήλωνε ήδη «απλά ενθουσιασμένος» από τον Χίτλερ. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της ναυτικής εκπαίδευσής του, τοποθετήθηκε στον τιμητικό λόχο επ’ ευκαιρία του εορτασμού για την καθέλκυση ενός πλοίου. Ο Χίτλερ πέρασε από δίπλα τους και «εμείς είχαμε την αίσθηση ότι κοίταζε τον καθένα ξεχωριστά. Για κάποιον λόγο σκέφτηκα: ‘Τώρα θα μου πέσει το όπλο από τα χέρια’». Ο Prager θεωρεί ότι το σημαντικότερο επίτευγμα του Χίτλερ ήταν η «ανύψωση του κύρους της Γερμανίας», όπως μπορούσε να διαπιστώσει ως ναύτης, ευρισκόμενος στο εξωτερικό.
Στον πόλεμο υπηρέτησε μεταξύ των άλλων για ενάμιση χρόνο σε «πειρατικό πλοίο». Τότε πήρε έξι εβδομάδες τιμητική άδεια: «Συμμετείχαμε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στον πόλεμο […] Ναι, ήταν η αναγνώριση για το γεγονός ότι επί ενάμιση χρόνο λείπαμε από τα σπίτια μας». Προήχθη σε υπαξιωματικό προσωπικά από τον Donitz, τον στρατιωτικό διοικητή των υποβρυχίων. Είναι υπερήφανος γιατί ως πλοηγός υποβρυχίου ανήκε σε μια ελίτ. Όσοι συμμετείχαν στην ελίτ ήταν «μόνο εθελοντές. Ονομάζαμε τους εαυτούς μας εθελοντικό σώμα Donitz. Όταν επιστρέψαμε από την άδεια, μας επισκέφτηκε και πάλι ο Donitz και χαιρέτησε δια χειραψίας τον καθένα ξεχωριστά. Έκτοτε ερχόταν ειδικά για εμάς. Φρόντιζε ξεχωριστά για τον καθένα μας».

Ο πληροφορητής τονίζει ότι «επιτέλεσα πάντοτε το καθήκον μου, και στην περίπτωσή μου αυτό αποδεικνύεται εύκολα από το γεγονός ότι, αν και ήμουν ένας απλός υπαξιωματικός του ναυτικού, έλαβα το δεύτερο τη τάξει γερμανικό παράσημο ανδρείας. Τον γερμανικό χρυσό σταυρό, είναι κάτι που μπορώ να το αποδείξω. Επιπλέον επειδή επέδειξα ανδρεία ενώπιον του εχθρού έλαβα ειδική τιμητική άδεια. Σαράντα πέντε! [τονίζει] σαράντα πέντε [ημέρες άδεια]. Τόσες όσες δεν είχαν ξαναδοθεί ποτέ. Δεν είναι σωστό αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή αποτελούσαμε άβουλα όργανα». Ήταν έτοιμος να δώσει και τη ζωή του για τον Χίτλερ: «Ήμασταν έτοιμοι να πεθάνουμε όλοι για τον Αδόλφο».

Η συνέντευξη με τον Prager αποδεικνύει την υφιστάμενη ισχυρή σύνδεση μεταξύ των δύο πλευρών ως προς την προσφορά και την αντίστοιχη επιβράβευση μέσω της αναγνώρισης, με άλλα λόγια μέσω του θαυμασμού. Ο πληροφορητής κέρδισε την αναγνώριση του Αδόλφου Χίτλερ (κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια), του Donitz (ο οποίος κάθε φορά κατά την τελετή άφιξης του υποβρυχίου «ερχόταν ειδικά» για τον σκοπό αυτόν και ακολουθούσε χειραψία με τον καθένα), των ανωτέρων του (τιμητικές άδειες, μετάλλιο ανδρείας), και του εξωτερικού χώρου (όπου ήταν εμφανής η ανύψωσή του γερμανικού κύρους). Μέσω των παραπάνω ανέπτυξε ισχυρό δεσμό με τον Χίτλερ και το Γ’ Ράιχ (θαυμασμός για τον Χίτλερ και τον Donitz), έως του σημείου της συμμετοχής του σε «πειρατικό πλοίο», κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, αλλά και της προσφοράς και της ίδιας της ζωή του για χάρη του Φύρερ.

Αντίθετα η προσφορά του πληροφορητή δεν αναγνωρίστηκε από τη σημερινή γερμανική κοινωνία. Για να υποστηρίξει τη θέση του αυτή σημειώνει τους λόγους για τους οποίους αισθάνεται μνησικακία: Η μεταπολεμική Γερμανία «δεν είναι πλέον η δική μου Γερμανία, για χάρη της οποίας ήμουν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να προσφέρω». Σε άλλο σημείο: «Είμαι υπερήφανος για τον γερμανικό λαό της εποχής μου και όχι γι’ αυτό το σημερινό μπασταρδένιο μίγμα. Δεν είμαι πλέον υπερήφανος γι’ αυτό».

Από αυτή αλλά και από άλλες συνεντεύξεις αποκαλύπτεται μια πληθώρα μέσων με τα οποία ο Εθνικοσοσιαλισμός πέτυχε να αυξήσει τον ναρκισσισμό των οπαδών του. Τους μετέδωσε το αίσθημα ότι βρίσκονταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Ένιωθαν ότι ήταν σημαντικοί μέσα από την ταύτισή τους με τον εξιδανικευμένο Φύρερ. Πίστευαν ότι είχαν επιλεγεί, ότι αποτελούσαν μέλη μιας ελίτ. Κέρδιζαν την αναγνώριση για τη συστράτευση τους στους σκοπούς «του κινήματος». Οι τιμητικές διακρίσεις τους είχαν τη μορφή των παρασήμων, της στολής, των διαφόρων τιμών, των προαγωγών. Μέσα τους κρυβόταν η επιθυμία να γίνουν ήρωες.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος

Το πόσο σημαντικό είναι να είσαι το αντικείμενο της παρατήρησης και του ενδιαφέροντος των άλλων αναδεικνύεται ξεκάθαρα και μέσα από την συνέντευξη με τον Plessner*. Ήδη από την αρχή της συνέντευξης τονίζει «τα ανοιχτά μάτια, πραγματικά τα ανοιχτά μάτια» των νέων ανθρώπων. Αυτό παραπέμπει στον αποφασιστικό ρόλο του βλέμματος στην πρώτη περίοδο ανάπτυξης του βρέφους, κάτι που αναλύθηκε στο κεφάλαιο για τη ντροπή. Το παιδί αναζητά λαίμαργα τη ματιά των ατόμων εμπιστοσύνης του. Η μαρτυρία του πληροφορητή σχετικά με τους γονείς του μάς κάνει να υποθέσουμε ότι η πείνα του για την οπτική αυτή επαφή είχε παραμείνει ανικανοποίητη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι γονείς του περιγράφονται ως απόντες. Όταν επέστρεφε από το σχολείο, υπήρχε μόνο ένα χαρτάκι στο τραπέζι με οδηγίες για τις δουλειές που έπρεπε να κάνει.

Εκτός από αυτά βίωσε «άσχημες» στιγμές παραβίασης των ορίων του. Περιγράφει την εικόνα των «Σενεγαλέζων νέγρων με το σύμβολο της προέλευσής τους, με το σημάδια τους», που παρατηρούσε από την άλλη πλευρά του Ρήνου, του συνόρου (!). «Μπλε-γκρι στολές σαν φαντάσματα ή σαν κακά πνεύματα». (Στην πραγματικότητα ο Ρήνος απέχει τόσο πολύ από την αναφερόμενη περιοχή, ώστε να είναι αδύνατο από τη γερμανική πλευρά να διακρίνει κάποιος το χρώμα του δέρματος πόσο μάλλον τις ουλές στα πρόσωπα των Γάλλων στρατιωτών. Αυτό κατ’ επέκταση αποδεικνύει πόσο έντονα είχε επηρεαστεί η αντίληψη των αντικειμενικών καταστάσεων της ζωής του πληροφορητή από τον υποκειμενικό παράγοντα της ντροπής.)
Λύση έναντι των παραπάνω συνιστούσε γι’ αυτόν η εικόνα του Αδόλφου Χίτλερ: «Κοιτάει τον καθένα ξεχωριστά στα μάτια. Ήταν κάτι που ασκούσε μεγάλη επίδραση. Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι η περιγραφή της στιγμής, όπου τα βλέμματα συναντώνται, μεταφέρεται από τον πληροφορητή σε παροντικό χρόνο. Πιθανόν αυτή η σκηνή είναι για τον ίδιο αρκετά ζωντανή και πολύ σημαντική. Λίγο αργότερα ο Plessner σημειώνει:

«Το 1935 συμμετείχα στο συνέδριο του κόμματος στη Νυρεμβέργη και εκεί συναντήθηκα για δεύτερη φορά με τον Χίτλερ. Και σε αυτή την περίπτωση βρισκόμουν στις μπροστινές σειρές και φορούσα άσπρες κάλτσες μέχρι το γόνατο, μαύρο παντελόνι και στολή, είχα σακίδιο, και τότε το αυτοκίνητο με τον Χίτλερ πέρασε από δίπλα μας και, καθώς η Μερσεντές κινούνταν αργά, έβλεπε τον καθένα μέσα στα μάτια. Αυτό το βλέμμα, μέσα στις ενθουσιώδεις φωνές των αρχηγών του Συνδέσμου Γερμανίδων Κορασίδων, το έζησα εκείνη τη στιγμή […]. Είναι κάτι που επανέρχεται στην μνήμη μου έως σήμερα, τα δάκρυα […]. Τον υποδεχτήκαμε με δακρυσμένα μάτια σαν να ήταν ο Μεσσίας, ζητωκραυγάζοντας “Χαίρε”. Ήταν σαν να είχε έρθει στη γη ένας Μεσσίας, ένας λυτρωτής. Δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, και γι’ αυτόν τον λόγο είχε κάνει μεγάλη εντύπωση».

Η εμφάνιση του Χίτλερ σκηνοθετήθηκε, έτσι ώστε ο καθένας από τους παρευρισκόμενους να έχει το υποκειμενικό αίσθημα ότι “ΑΥΤΟΣ” κοίταζε στα μάτια τον καθένα ξεχωριστά, κάτι που αντικειμενικά ήταν πρακτικά αδύνατο εξαιτίας του αριθμού των συγκεντρωμένων. Η βαθιά, συναρπαστική επίδραση που άσκησε στον καθένα η ματιά –που περιγράφεται από πολλούς πληροφορητές– γίνεται κατανοητή με τη βοήθεια των πορισμάτων της εξελικτικής ψυχολογίας της ντροπής. Η ματιά, που για πολύ καιρό αναζητά εναγωνίως και πεινασμένα μια άλλη ματιά, πιστεύει ότι –επιτέλους!– έχει βρει ανταπόκριση. Επομένως το ναζιστικό προπαγανδιστικό πρόγραμμα επεδίωξε την ικανοποίηση αυτών των αναγκών που ανάγονταν στην παιδική ηλικία και στη συνέχεια τις εργαλειοποίησε. Με άλλα λόγια, εργαλειοποίησε την ανάγκη να αποτελεί κάποιος αντικείμενο παρατήρησης και να μαγεύεται. Η οπτική επαφή ανοίγει σε μια παλαιότερα εφαρμοζόμενη φόρμα σύνδεσης των πρώτων εξελικτικών σταδίων της ντροπής. Οι άνθρωποι ντρέπονταν, και επιτέλους βρέθηκε κάποιος να τους κοιτάξει.

* Ο Wilhelm Plessner είχε επιφορτιστεί κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του στο ναυτικό με το καθήκον να φυλάει ένα «ατελείωτα μακρύ» τρένο με Ολλανδούς Εβραίους, όταν αυτό σταμάτησε για λίγο σε κάποιον σταθμό. Έκανε «απίστευτη ζέστη», και ο πληροφορητής φρόντιζε ώστε να εφοδιαστούν με νερό όλοι οι επιβάτες: «Ο ανώτερος επιτελικός αξιωματικός των SS ήρθε προς τα εκεί και είπε: ‘Γρήγορα, γρήγορα! Το τρένο ξεκινά’. Τότε είπα: ‘Περιμένετε, στο διάολο, χρειάζονται νερό’. Πήγα στον οδηγό της αμαξοστοιχίας και του είπα: ‘Περιμένετε λίγο ακόμη, χρειάζονται και άλλο νερό’. Ο δεύτερος οδηγός άνοιξε τις παροχές νερού από τη μεγάλη δεξαμενή εφοδιασμού των τρένων. Από εκεί πήραμε νερό. Εξαιτίας της παρέμβασής μου το τρένο είχε 20 λεπτά καθυστέρηση. Απαίτησα νερό, γιατί μεταξύ των επιβατών ήταν και παιδιά, λέγοντας: ‘Δεν θα ξεκινήσει το τρένο, ασχέτως που πηγαίνει’. Τότε ένας λοχίας ρώτησε ‘που πηγαίνουν;’ και του απάντησε ο αξιωματικός: ‘Εκτοπίζονται στη Λετονία. Εκεί είναι όλα έτοιμα για να εγκατασταθούν. Περισσότερα δεν σε ενδιαφέρουν, έτσι δεν είναι;’ Του απάντησα: ‘Δεν μου καίγεται καρφί. Είμαι ναύτης, αυτή εδώ είναι δική σας υπόθεση’. Δεν αναρωτήθηκα μετά από το συμβάν για την τύχη των ανθρώπων αυτών».

Ο προορισμός αυτού του «ατέλειωτου» τρένου με τους Εβραίους ήταν κάτι που δεν «απασχολούσε» τον πληροφορητή. Δεν του «καιγόταν καρφί» τι θα γινόταν με τους ανθρώπους αυτούς. Βάσει του καταμερισμού της εργασίας, με τον οποίο επιτυγχάνεται στη βιομηχανική εποχή η μαζική παραγωγή αγαθών, ήταν υπεύθυνος για ένα μικρό μόνο στάδιο της εργασίας μέσα στον περίπλοκο εθνικοσοσιαλιστικό μηχανισμό της βιομηχανοποιημένης δολοφονίας. Ηθικές ευθύνες αισθάνθηκε μόνο γι’ αυτά τα 20 ή 30 λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων κινητοποιήθηκε για τον εφοδιασμό των επιβατών με νερό. Είναι κάτι που θα πρέπει να του αναγνωριστεί. Δεν ήταν όμως αρκετό για να εμποδιστεί το Ολοκαύτωμα. Εντούτοις για το όλο ζήτημα δεν αισθάνεται ηθικά υπεύθυνος. Αυτή η ηθική αποσπασματικότητα κατέστησε δυνατό το Ολοκαύτωμα. Με αφορμή τη δίκη Eichmann η Hannah Arendt μίλησε για «αδιαφορία» που «[μπορεί] να προκαλέσει μεγαλύτερη συμφορά από όλα μαζί τα κακά ένστικτα που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι· αυτό πραγματικά ήταν ένα δίδαγμα που θα μπορούσε να αποκομίσει κάποιος στην Ιερουσαλήμ».

Ταύτιση

Η αύξηση του ναρκισσισμού οδήγησε τους οπαδούς του Εθνικοσοσιαλισμού στην ταύτιση με εκείνον που αναγνώριζαν ως ιδανικό Φύρερ και με τις πολιτικές επιτυχίες του, όπως επίσης και με τη Γερμανία και τη γερμανική ικανότητα. Για παράδειγμα, ένας πληροφορητής ήταν ενθουσιασμένος από «τον τρόπο οργάνωσης της αγοράς [των ειδών πρώτης ανάγκης], πέτυχε!». Η άποψη σχετικά με τη βελτίωση τον οδήγησε σε μια ταύτιση με τη σύγχρονη πολεμική τεχνολογία που ήταν πλέον σε θέση να χρησιμοποιήσουν, όπως αναφέρουν γεμάτοι υπερηφάνεια πολλοί πληροφορητές («σύγχρονα τεθωρακισμένα», «καινούργια μυστικά ραντάρ», «τα καλύτερα καταδιωκτικά, κατασκευασμένα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας»). Ακόμα και η ίδια η επίδραση της ναζιστικής προπαγάνδας εκλαμβάνεται από έναν πληροφορητή ως αφορμή για να εκφράσει τον θαυμασμό του: Ο «Φύρερ είχε κοντά του παράφρονες αλλά ικανότατους άντρες. Αυτό που μπορούσαν να κάνουν ήταν να σκηνοθετούν. Ήταν σκηνοθέτες […]. Είχαν κατανοήσει, είχαν κατανοήσει τις ανάγκες του κόσμου και επομένως ήταν σε θέση να τον κερδίσουν».

[…]
Ναρκισσισμός και ντροπή

Ο ναρκισσισμός και η ντροπή  είναι έννοιες στενά συνδεδεμένες, συνιστώντας τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ντροπή είναι “η ακόλουθος που καλύπτει τον ναρκισσισμό”, όπως σημειώνει ο Leon Wurmser. Είναι μια διαπίστωση που προκύπτει επίσης και μέσα από τη συνέντευξη με τη Sieglinde Groeder:

Η Groeder γεννήθηκε το 1919 και μένει σε μια βίλα στο Baden-Baden. Ο κήπος, η διακόσμηση των δωματίων, τα ρούχα, τα κοσμήματα, όλα υποδηλώνουν μια τάξη, μια φροντίδα μια ευπρέπεια υψηλού επιπέδου, οικονομική άνεση και λεπτό γούστο. Σε αντίθεση με τα παραπάνω η φωνή της θυμίζει αυτή μικρού γκρινιάρικου παιδιού, ενώ ο τρόπος με τον οποίο διηγείται είναι επιτιμητικός. Μετά από το τέλος της συνέντευξης προσέφερε στον ερευνητή ένα κομμάτι σοκολάτας. Εκφράζεται, όπως και πολλοί άλλοι πληροφορητές, περιφρονητικά και γενικευμένα για όλα τα πιθανά ανθρώπινα ζητήματα. Για παράδειγμα, για τους σημερινούς γονείς τονίζει: “Τότε στο Γ’ Ράιχ οι γονείς θυσιάζονταν για να προσφέρουν στα παιδιά τους μια καλή ανατροφή και εκπαίδευση. Αυτό σήμερα δεν συμβαίνει πλέον. Σήμερα όλα τα χρηματοδοτεί το κράτος”.
Αναφέρεται στους σημερινούς πολιτικούς και τις απόψεις τους για τα θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού: “Αλίμονο στους πολιτικούς ή στο δημοτικό συμβούλιο που δεν θα συμμετάσχει σε μια επιμνημόσυνη δέηση ως δήλωση μετάνοιας για τα θύματα. Όλοι αντιλαμβάνονται την ιστορία ως μετάνοια, και έτσι πορεύονται οι πάντες”. Για όσους ζητούν πολιτικό άσυλο λέει: “Παρατηρείστε τους ανθρώπους αυτούς. Όλοι είναι καλοζωισμένοι, χοντροί. Οι Γερμανοί [μετά από το τέλος του πολέμου] μαστίζονταν από τις ελλείψεις, θυμηθείτε πόσο λεπτά χέρια είχαν”. Με τα λόγια αυτά δείχνει στον ερευνητή φωτογραφίες του 1945. Τις φέρνει μπροστά του και προσθέτει: “Δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα για να ζήσουν. Έπρεπε όλα να τα κάνουν μόνοι τους. Και δεν τους βοήθησε κανείς. Έτσι γίναμε ξανά ένα από τα πλουσιότερα έθνη”.
Για τον “Εβραίο” (τον οποίο εκτός των άλλων αποκαλεί “ξένο”) ισχυρίζεται οτι σήμερα “κηρύσσει πάλι [!] ένα νέο μίσος και επιδιώκει την εκδίκηση”.
Νιώθει περιφρόνηση για τους Νεοναζί της σημερινής εποχής: “Εάν τέτοιο άνθρωποι, όπως αυτοί με τα ξυρισμένα κεφάλια και τις αρβύλες, ζούσαν τότε, το Γ’ Ράιχ δεν θα είχε ευημερήσει”.
(Πολλοί άλλοι πληροφορητές εκφράστηκαν επίσης υποτιμητικά για τους Νεοναζί. Αυτό είναι ενδεχομένως μια απόδειξη ότι ο συναισθηματικός δεσμός των πρώην οπαδών του Εθνικοσοσιαλισμού με τον Φύρερ και το Γ’ Ράιχ παραμένει ακόμη, αλλά δεν σημαίνει αυτόματα ότι συνηγορούν υπέρ του νεοναζισμού.)

Με περιφρόνηση εκφράζεται επίσης και για τον ερευνητή, που τον ταυτίζει με δημοσιογράφο, σημειώνοντας: “Κάθε δημοσιογράφος που γράφει βιβλίο για το Γ’ Ράιχ έχει αποκτήσει σήμερα ένα βήμα για να δημοσιεύσει τις σαχλαμάρες του”.
Η περιφρόνηση αυτή, που ταυτόχρονα συνοδεύεται από δηλητηριώδη σχόλια, οφείλεται στην αυτο-περιφρόνηση του ίδιου του πληροφορητή, πίσω από την οποία κρύβονται σκληρές μέθοδοι εκπαίδευσης. Η Groeder υπογραμμίζει περισσότερες από δέκα φορές τη σκληρή εκπαίδευση βάσει της οποίας διαπαιδαγωγήθηκε, προσδίδοντάς της όμως θετικό πρόσημο. Συνεχώς επιδοκιμάζει την αυστηρότητα του οικοτροφείου και τη σκληρότητα της υποχρεωτικής εργασίας: “Στις έξι ξεκινούσαμε. Μερικές φορές στις 11 το βράδυ ήμουν αναγκασμένη να ξαναβγώ έξω, γιατί τα πιάτα δεν είχαν σκουπιστεί καλά και είχαν μερικές σταγόνες. Πέντε μάρκα χαρτζιλίκι το μήνα”. Και “αυτό έπρεπε να κάνω. Σήμερα θα τιμωρούνταν, εάν υπέβαλλαν κάποιον σε τέτοιου είδους στρατιωτικά γυμνάσια”. Όταν ο ερευνητής προσπάθησε να συνοψίσει τη μαρτυρία, στο άκουσμα και μόνο των προσδιορισμών “αυστηρότητα” και “πειθαρχία” η Groeder αντέδρασε με ενθουσιώδη επιφωνήματα: “Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι!”.

Ωστόσο σημειώνει ότι παρά το αυστηρό κλίμα “έζησε πολλές καλές στιγμές και έμαθε πολλά πράγματα”. Αναφέρεται στα λόγια της μητέρας της: “Θα ήσουν ένα τίποτε, εάν δεν φοιτούσες εκεί [στο οικοτροφείο]”.
Ερευνητής: “Το πιστεύετε και εσείς αυτό;”
Groeder: “Ναι, ναι. Δεν μου έκανε κακό. Όχι”. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της υποτιμητικά, κάνοντας λόγο για “ένα κακομαθημένο και άτακτο παιδί όσο καιρό ζούσε στο σπίτι”, για ένα “τρομερά κακομαθημένο πλάσμα”, για ένα “μοναχοπαίδι”.

Η περιφρόνηση, όπως τη βίωσε και στη συνέχεια την προσέλαβε στη γενικευμένη της μορφή η Groeder και που τελικά στράφηκε εναντίον της, χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να προσδιορίσει και τις σχέσεις της με τους άλλους σύμφωνα με την αρχή: Περιφρόνησε και τους υπόλοιπους όπως τον εαυτό σου. Εξαρχής αυτή η περιφρόνηση συνοδεύτηκε από αισθήματα θαυμασμού ιγα τους αυστηρούς εκπαιδευτές της, τους στρατιώτες, τα μέλη του Συνδέσμου Γερμανίδων Κορασίδων, για την υποχρέωση της εργασίας και γενικά για τον Εθνικοσοσιαλισμό, με τους δικούς του “ιδεαλισμούς” και είδωλα: “Οι νέοι ήταν ιδεαλιστές. Τέτοιο τύποι ανθρώπων όπως οι σημερινοί, όχι, δεν υπήρχαν τότε. Τότε υπήρχαν μια Christel Kranz (Αθλήτρια του σκι, Ολυμπιονίκης στους αγώνες του 1936), σκεφτείτε το, ήταν διάσημη, και η Hanna Reitsch, η εκπαιδεύτρια πιλότων, η πιλότος (Υπήρξε από τις τολμηρότερες πιλότους με πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό της. Θερμή υποστηρίκτρια του Εθνικοσοσιαλισμού και προσωπική φίλη του Χίτλερ πέταξε κατά τη διάρκεια του πολέμου με πολλά μοντέλα αεροσκαφών, δοκιμάζοντας την πτητική τους ικανότητα…). Αυτές είχαμε για είδωλά μας και με βάση αυτές γίναμε ιδεαλιστές. Αλλά οι σημερινοί νέοι είναι φτωχοί».

Με αφορμή τη στάση και συμπεριφορά της Groeder αντιλαμβάνεται κανείς, κατά τη γνώμη μου, τον τρόπο με τον οποίο ο Εθνικοσοσιαλισμός εκμεταλλεύτηκε μαι ψυχοκοινωνική δυναμική: “Για τους πάνω θαυμασμός, για τους κάτω περιφρόνηση” ήταν η βασική αρχή που διέκρινε αυτή τη δυναμική. Τροφοδοτήθηκε κυρίως από την περιφρόνηση που ένιωθε η Groeder για τον εαυτό της, με άλλα λόγια από την ντροπή της. Η άμυνα έναντι της ντροπής επιτεύχθηκε με την εξιδανίκευση των άλλων: των γονιών, των προϊσταμένων της και τελικά του Αδόλφου Χίτλερ. Εκτός αυτού η άμυνα έναντι της ντροπής εκδηλώθηκε μέσα από την περιφρόνηση των κοινωνικά κατώτερων, κάτι που είναι εμφανές ακόμη και στο παρόν με την περιφρόνηση των σημερινών γονέων, των πολιτικών, των Εβραίων και πολλών άλλων.

Στη βάση της ανάλυσης της συγκεκριμένης κοινωνικής δυναμικής εντοπίζονται ναρκισσιστικά ελλείμματα, που συνοδεύονται εξαρχής από τη ντροπή και τελικά υποδηλώνουν μια “πείνα” για αγάπη και αναγνώριση. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συναισθήματα, η απουσία των οποίων δεν είναι δυνατόν να αναπληρωθεί από καμιά τιμητική διάκριση ή μέσω της απόκτησης ανώτερων ιεραρχικά στρατιωτικών θέσεων, στολών, παρασήμων, προαγωγών κτλ. Κάθε τιμητική διάκριση μπορεί επομένως να προσφέρει μόνο προσωρινή ικανοποίηση μέχρι να εκδηλωθεί η “πείνα” για την επόμενη τιμητική διάκριση. Υφίσταται, με άλλα λόγια, μια δυναμική της εξάρτησης, στην οποία θα επιστρέψω στο έκτο κεφάλαιο. […]

Από το βιβλίο του Stephan Marks: “ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ; Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ”
Εκδόσεις Δ.Ν.ΠΑΠΑΔΗΜΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s