Η ζωή ενός ερωτύλου

Posted: Φεβρουαρίου 24, 2014 in αποσπάσματα από βιβλία
Ετικέτες: , , , , ,
Η φυγή είναι ένας τρόπος να τρέξεις μακριά από τα πάντα αλλά όχι από αυτά που έχεις μέσα σου.

Η φυγή είναι ένας τρόπος να τρέξεις μακριά από τα πάντα αλλά όχι από αυτά που έχεις μέσα σου.

Η πρώτη απιστία είναι ανεπανόρθωτη. Προκαλεί μιαν αλυσιδωτή αντίδραση περαιτέρων απιστιών,
η καθεμιά από τις οποίες μάς οδηγεί όλο και πιο μακριά από το κύριο νόημα της πρωταρχικής απιστίας.
Μίλαν Κούντερα, «Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι»

Από τη στιγμή που ένας άντρας γίνει ερωτύλος έχει μπροστά του μια μοναχική ζωή που δύσκολα γυρίζει πίσω. Πιθανόν να είδατε τον Λεξ στην τηλεόραση και διαβάσατε γι’ αυτόν στις αθλητικές ειδήσεις. Ο Λεξ είναι επαγγελματίας παίκτης του γκολφ. Δεν κερδίζει πρωταθλήματα τόσο συχνά, όσο παλιότερα, έχει όμως σταθερή απόδοση και προσφέρει θέαμα. Κερδίζει το χρήμα και την προσήλωση του κόσμου. Ο Τύπος τον λατρεύει.

Ο Λεξ έχει τρεις υπέροχους γιους: έναν ανερχόμενο παίκτη του γκολφ, έναν χειρούργο ορθοπεδικό και έναν πολλά υποσχόμενο αθλητικογράφο. Έχει, επίσης, τη Λουίζ, μια όμορφη, ταλαντούχα και αξιαγάπητη σύζυγο που αποσπά, με τη σειρά της, μεγάλο μέρος της προσοχής του Τύπου. Μοιάζουν με μοντέλα κα διαφημίζουν μαζί αθλητικά ρούχα. Ο Λεξ και η Λουίζ έχουν τα πάντα, αλλά εδώ και δεκαετίες είναι δυστυχισμένοι. Αυτό έχει αρχίσει πρόσφατα να επηρεάζει την απόδοση του Λεξ στο γκολφ.
Ο Λεξ μεγάλωσε πολύ φτωχά, σε μια πόλη κοντά το Φορτ Γουέρθ. Οι γονείς του ήταν ακόμη παιδιά, όταν η μητέρα του έμεινε έγκυος και παντρεύτηκε τον πατέρα του. Ο πατέρας του, ένας ορμητικός δεκεαεφτάχρονος με μελαχροινή ομορφιά και μιαν αυτοπεποίθηση που ράγιζε καρδιές, έφτασε στην πόλη προσπαθώντας να ξεφύγει, ο Θεός ξέρει από τι. Εφημολογείτο ότι καταγόταν από τους Τσιρόκς, φήμη που ούτε ο ίδιος είχε εξακριβώσει. Άφησε το σπίτι του, πριν μάθει ποιος ήταν ή τι ήταν, επειδή ο πατέρας του μεθούσε και τον χτυπούσε. Η μητέρα του Λεξ, ένα απλό και ντροπαλό αλλά υγιέστατο 20χρονο αγροτοκόριτσο, έμεινε στο σπίτι μετά το θάνατο του πατέρα της και ανέλαβε τη φροντίδα της ασθενικής μητέρας της και των, επίσης ασθενικών μικρότερων αδελφών της. Ήθελε κάποιον για να την πάρει μακριά απ’ όλα αυτά και αυτός ο νέος έμοιαζε να γνωρίζει πώς να κινείται. Τα έφτιαξαν, έμεινε έγκυος και παντρεύτηκαν.
Από την αρχή αντιμετώπιζαν δυσκολίες στο να τα βγάλουν πέρα οικονομικά, γιατί κανείς από τους δύο δεν είχε τελειώσει τη μέση εκπαίδευση. Καθώς ο Λεξ μεγάλωνε μέσα στην κοιλιά της μητέρας του, αυτή άρχισε να αρρωσταίνει, ενώ ο πατέρας του έψαχνε ευκαιρίες να το σκάει. Εξαφανιζόταν για πολλές ημέρες και η μητέρα του Λεξ δεν μπορούσε να κοιμηθεί ή να φάει μέχρι να επιστρέψει. Πάντα, όμως, επέστρεφε, άλλοτε με λεφτά, άλλοτε με αφροδίσια και άλλοτε μόνο με παραμύθια.
Όταν ο Λεξ έγινε 9 χρόνων, μετακόμισαν στην πόλη, σε ένα όμορφο διαμέρισμα που έβλεπε σ’ ένα πάρκο. Ο Λεξ αγόρασε ένα φανταχτερό καινούργιο ποδήλατο, κάτι που ξεπερνούσε και το πιο τρελλό του όνειρο, και τα πρώτα μπαστούνια του γκολφ. Όλα αυτά ήταν μηνύματα για το πόσο υπέροχα θα ήταν όλα στο εξής. Ο πατέρας του, όμως, την επόμενη μέρα, δεν ήρθε στο σπίτι. Το αφεντικό του τηλεφώνησε και είπε ότι είχε κλέψει τα λεφτά και ότι τον απέλυσαν. Η μητέρα του Λεξ δεν μπορούσε να πληρώσει το νοίκι και δεν είχε ποτέ εργαστεί. Πούλησε λοιπό το ποδήλατο του Λεξ και έπεσε άρρωστη στο κρεβάτι. Ο Λεξ κράτησε τα μπαστούνια του γκολφ. Βρήκε δουλειά σαν λούστρος, μέχρι που ο πατέρας του γύρισε και μετακόμισαν σ’ ένα φτηνότερο διαμέρισμα. Ο Λεξ θυμάται ότι ήταν θυμωμένος με τον πατέρα του. Κυρίως, όμως, θυμάται πως ήταν φοβισμένος και ότι κι αυτός ήθελε να φύγει.
Μετά από δύο μόλις χρόνια ο πατέρας του έφυγε με μια γυναίκα από τη δουλειά και κατέληξε στη φυλακή για κλοπή αυτοκινήτου αυτή όμως τη φορά δεν έλειψε πολύ.
Στην ηλικία των 15 χρόνων ο Λεξ άρχισε να αισθάνεται με κάποια σιγουριά πως ο πατέρας του θα έμενε. Είχε σχεδόν ξεχάσει τις φορές που τους είχε εγκαταλείψει. Ο πατέρας του εργαζόταν τώρα σαν πωλητής, ταξίδευε λίγο, αλλά κυρίως ήταν σπίτι και προπονούσε μια μικρή ομάδα μπάσκετ. Γοητευτικός όπως πάντα, κανόνισε με μια γυναίκα από τον όμιλο να παίξει ο Λεξ γκολφ και να πάρει μαθήματα στον όμιλο· μετά έφυγε πάλι. Ο Λεξ συντηρούσε τον εαυτό του και τη μητέρα του, δουλεύοντας στον όμιλο σαν συνοδός, και συγχρόνως, τελείωνε το γυμνάσιο. Πήρε υποτροφία για να σπουδάσει γκολφ και η μητέρα του ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην ανάπηρη μητέρα της και τον παππού. Ξαφνικά, όμως, μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, εμφανίστηκε ο πατέρας του. Έσκασε, όπως πάντα, εκείνο το δολοφονικό χαμόγελο είπε: «Ένας άνδρας πρέπει να κάνει ό,τι ο άνδρας πρέπει να κάνει» και δεν έδωσε καμιάν απολύτως εξήγηση.
Ο Λεξ ένιωθε τέτοια ευγνωμοσύνη προς τον πατέρα του επειδή τον απάλλαξε από την μεμψίμοιρη άχρηστη μητέρα του, ώστε, σχεδόν, ξέχασε το θυμό του για τη μακρόχρονη απουσία του. Πήγε στο SMU, έγινε λαμπρό αστέρι του γκολφ και άρχισε να δέχεται δώρα από ανθρώπους που ήθελαν να τον προσλάβουν, ή να τον χρηματοδοτήσουν, ή απλά να κερδίσουν τη εύνοιά του. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι μπορούσε να είναι σίγουρος ότι ο κορδωμένος πατέρας του δεν θα έχανε ούτε έναν από τους αγώνες του.
Ο Λεξ συναντιόταν απο το γυμνάσιο με τη Λουίζ, που ζούσε με τους αλκοολικούς γονείς της, που μάλωναν τακτικά, ενώ αυτή φρόντιζε τα του σπιτιού τους. Τα πρώτα χρόνια που ο Λεξ ήταν στο γυμνάσιο ο πατέρας της Λουίζ έγινε μοχθηρός και άρχισε να τη φοβίζει. Η ζωή της άρχισε να γίνεται μαρτύριο, την ίδια χρονική περίοδο που η καριέρα του Λεξ άρχιζε να ανθίζει. Του ζήτησε να την παντρευτεί. Για τον Λεξ η Λουίζ ήταν η μοναδική κοπέλα με την οποία είχε κάνει έρωτα και ήθελε να τη φροντίζει. Του άρεσε αυτό το αίσθημα: αυτή που τον στήριζε όλα αυτά τα απαίσια και φτωχά χρόνια, με τον πατέρα του να λείπει και τη μητέρα του δυστυχισμένη, ήταν τώρα μια απελπισμένη κοπέλα και αυτός θα γινόταν ο ήρωας που θα την κατακτούσε. Θα μπορούσε να είναι ο άνδρας που δεν κατάφερε ποτέ να γίνει ο πατέρας του.
Μετά από το γάμο του με τη Λουίζ ο πατέρας του εξαφανίστηκε και πάλι. Αυτός άφησε το κολέγιο, βρήκε χρηματοδότες να τον υποστηρίζουν και σύντομα έβγαζε αρκετά χρήματα, ώστε να εγκαταστήσει τη μητέρα του στο καινούργιο της διαμέρισμα και να τη συντηρεί.
Αυτός και η Λουίζ ήταν τώρα ευτυχισμένοι. Έκαναν τους τρεις γιους τους σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Λεξ ταξίδευε μόνος, ενώ η Λουίζ έμενε όλο και περισσότερο στο σπίτι με τα αγόρια και τη φροντίδα της πεθεράς της, που είχε νευρικό κλονισμό και που μετά την εξαφάνιση του άνδρα της δεν ήταν πια η ίδια.
Στον Λεξ άρεσε πάντα να είναι με τους φίλους του – του θύμιζε τα χρόνια που ο πατέρας του προπονούσε αυτόν και τους φίλους του. Οι φίλοι του, στις αθλητικές περιοδείες, έπιναν πολύ και μερικοί έπαιρναν ναρκωτικά, διασκέδαζαν δε κάνοντας καμάκι (υπήρχαν πάντα γυναίκες που κυνηγούσαν τους αθλητές, ακόμη και αθλητές του γκολφ), διαβεβαιώνοντας τον πως δεν θα πείραζε να πήγαινε κι αυτός μ’ αυτές τις γυναίκες, μια και η Λουίζ ποτέ δεν θα το μάθαινε. Άλλωστε, «οι γυναίκες δεν πληγώνονται από αυτό που δεν γνωρίζουν». Ο Λεξ φλερτάριζε λίγο χωρίς να προχωράει περισσότερο  και για να τους ξεφορτωθεί επροσποιείτο ότι πήγαινε με διάφορες γυναίκες. Κάποτε, όμως, βρέθηκε σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούσε να αρνηθεί την επαφή, γιατί ένιωθε άσχημα. Έτσι προχώρησε στο σεξ. Τόσο η γυναίκα, όσο και η συνουσία, που δεν κράτησε πολύ, δεν σήμαιναν τίποτα γι’ αυτόν· είχε όμως ένα ανάμεικτο συναίσθημα ντροπής και περηφάνιας. Στην αρχή φοβήθηκε ότι θα τον έπιαναν, δεν συνέβη όμως τίποτα το τρομερό. Στο τέλος αισθανόταν άνετα με την απιστία του, κι έτσι το ξανάκανε και το ξανάκανε. Προσπάθησε να επανορθώσει προς τη Λουίζ με το να είναι πιο ευγενικός μαζί της, μετά όμως άρχισε να λείπει όλο και πιο συχνά από το σπίτι. Έλεγε ψέματα για ό,τι έκανε στα ταξίδια του και στο τέλος δεν είχε πια τι να πει με τη Λουίζ.

Ο Λεξ εκμυστηρεύτηκε τις απιστίες του σ’ ένα γείτονα και αυτός το είπε στη γυναίκα του, στην Αλίς, που, σ’ ένα μπάρμπεκιου στην αυτή της διπλάρωσε τον Λεξ, και του είπε πως άκουσε ότι έχει κρυφά προσόντα και τον προσκάλεσε να βρεθούν. Ο Λεξ πήγε. Επί δύο χρόνια συναντούσε, πού και πού, την Αλίς και σ’ αυτό το διάστημα συζητούσαν για τους εαυτούς τους και τους γάμους τους. Ήξεραν πως δεν ήταν ερωτευμένοι, αλλά ότι χρειάζονταν κάποιον με τον οποίο θα μπορούσαν να είναι ειλικρινείς. Ήταν συνέταιροι στην αμαρτία. Η Αλίς τού είπε πως δεν αγαπούσε το σύζυγό της και ο Λεξ κατέληξε πως ίσως ούτε και αυτός αγαπούσε τη Λουίζ. Υπερηφανευόταν, ωστόσο, για το ότι δεν την είχε εγκαταλείψει όπως ο πατέρας του. Παρέμενε ένας αφοσιωμένος, αν όχι πιστός, σύζυγος και σίγουρος πατέρας. Οι γιοι του ουδέποτε θα χρειαζόταν να κάνουν ό,τι έκανε αυτός.
Όταν κάποτε η Αλίς με το σύζυγό της μετακόμισαν, ο Λεξ ένιωσε ανακούφιση αλλά και κάποια απώλεια. Δεν είχε πλέον κανέναν με τον οποίο να συζητάει για την κρυφή του ζωή. Κάποτε του πήρε συνέντευξη στην τηλεόραση η Μπαμπς, μια εντυπωσιακή δεσποινίδα και από τις μεγαλύτερες αθλητικογράφους.. Όπου υπήρχε γκολφ, έβρισκες και την Μπαμπς. Έμοιαζε επιθυμητή και απρόσιτη. Ο Λεξ ήθελε να κάνει φιγούρα και την πλησίασε, επιστρατεύοντας όλη τη γοητεία που είχε διδαχθεί από τον πατέρα του. Τα κατάφερε και ένιωθε σαν ήρωας κατακτητής. Τελικά, ερωτεύτηκε την Μπαμπς, που όμως ήταν πολύ φιλόδοξη και του ξεκαθάρισε πως έψαχνε για πλούσιο άνδρα και όχι για περιοδεύον αθληταρά. Την ενοχλούσαν, άλλωστε, και τα παιδιά του. Προς το παρόν, πάντως, της έκανε.
Η καρδιά του Λεξ ράγισε, όταν η Μπαμπς βρήκε τον πλούσι γέρο που παράτησε τα παιδιά του και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά σ’ αυτήν.
Ο Λεξ πέρασε μερικά χρόνια κατάθλιψης και αθλιότητας. Διέθετε περισσότερο χρόνο στα παιδιά και λιγότερο στη Λουίζ. Η τελευταία τον φρόντιζε από κάθε άποψη, όμως αυτός δεν είχε τίποτα να συζητήσει μαζί της. Απασχολημένος καθώς ήταν με τα παιδιά του, παράτησε για λίγο τις γυναίκες. Το σεξ με τη Λουίζ ήταν πάντα υπέροχο. Προσπάθησε πραγματικά να βοηθήσει το γάμο του, κάνοντας άλλοτε μόνος του πράγματα για τη Λουίζ και άλλοτε μαζί της. Ένιωθε όμως πάντα μόνος, γιατί δεν μπορούσαν να συζητήσουν για όσα σκεφτόταν. Ήθελε να φύγει. Ένιωθε όπως τότε που ο πατέρας του είχε φύγει, αφήνοντας τη μητέρα του μ’ αυτόν.
Ο Λεξ γινόταν όλο και πιο ευερέθιστος, έχασε τη φόρμα του και άρχισε να πίνει. Όταν κάποια αποφάσισε να επανακτήσει την υγεία του, άρχισε να πηγαίνει στα λουτρά. Εκεί συνάντησε τη Σύνθια, βασίλισσα της αεροβικής. Αυτή ήθελε τη δόξα του και αυτός το κορμί της. Η Σύνθια, αν και είχε μόλις ξαναπαντρευτεί, έκανε καμάκι, γιατί πίστευε πως κι αυτός ο γάμος της δεν θα διαρκούσε. Έκαναν υπέροχο έρωτα και ικανοποιούσαν τις πιο απίθανες φαντασιώσεις τους. Η Σύνθια, όμως, του ζητούσε να αφήσει τη Λουίζ, κάτι που ο Λεξ δεν μπορούσε να κάνει. Για τον Λεξ, η Σύνθια ήταν η «μαιτρέσα» του. Πώς είχε το θράσος να του ζητεί να προδώσει τη σύζυγό του, να κάνει δηλ. ό,τι έκανε ο πατέρας του; Ήταν θυμωμένος με τη Σύνθια σ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης τους κι ένιωθε πως ήταν αδύνατο να καταλάβει το σκοπό της ζωής του.

Την ίδια περίοδο τον έπιασε μανία με τον πατέρα του. Προσέλαβε ιδιωτικό ντετέκτιβ και τον βρήκε. Ο πατέρας του, αν και ουδέποτε υπηρέτησε στον στρατό, είχε εισαχθεί σ’ ένα νοσοκομείο παλαιμάχων στο Σινσιννάτι, τσακισμένος από τις καταχρήσεις και την εγκατάλειψη μιας ολόκληρης ζωής. Στην ηλικία των 55 χρόνων είχε πια ανάγκη από λίγη ηρεμία. Στα χαρτιά του υπήρχαν ενδείξεις για μιαν άλλη σύζυγο και οικογένεια· ο ίδιος, όμως, διαβεβαίωνε τον Λεξ πως ήταν λάθος. Στην πραγματικότητα ο Λεξ δεν ενδιαφερόταν να αποσπάσει την αλήθεια από τον πατέρα του· δεν είχε νόημα πια. Έφερε τον πατέρα του στο σπίτι, στη μητέρα του που έμεινε άφωνη, και συμφώνησε να τους συντηρεί μέχρι το τέλος της ζωής τους, αρκεί μόνο να τον άφηναν ήσυχο.
Μόλις ο Λεξ βρήκε τον πατέρα του και συνειδητοποίησε τη ομοιότητα ανάμεσα στον ίδιο του τον εαυτό και στον απαίσιο άνδρα που τόσο παράφορα αγάπησε και μίσησε, κυριεύθηκε από αηδία για τον εαυτό του. Είπε τα πάντα στη Λουίζ και ανακάλυψε ότι εκείνη γνώριζε ήδη τα πάντα. Πώς να μην τα γνώριζε άλλωστε αφού τον αγαπούσε τόσο! Τον συγχώρεσε, αφού προηγουμένως του υπενθύμισε πόσο άψογη στάθηκε σαν σύζυγος και πόσο άσχημα της είχε φερθεί όλα αυτά τα χρόνια. Ο Λεξ διέκοψε με τη Σύνθια και ορκίστηκε πως θα έμενε πλέον για πάντα πιστός στη Λουίζ.

Με τον καιρό, όμως, τα αγόρια μεγάλωσαν και έφυγαν από το σπίτι. Η Λουίζ, αιωνίως κεφάτη, χαιρόταν να φροντίζει τα πάντα και έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένη με τα λίγα ψίχουλα που της πέταγε ο Λεξ. Ασχολούνταν με αγαθοεργίες και της άρεσε να πηγαίνει στο θέατρο. Ο Λεξ αν και βαριόταν πήγαινε μαζί της, γιατί ήθελε να είναι καλός σύζυγος. Σε μια παράσταση του «The Iceman Cometh», του Ευγένιου Ο’Νήλ, ο Λεξ νόμιζε πως θα πέθαινε από πλήξη και ανυπομονησία, ακούγοντας κάποιους άνδρες σ’ ένα μπαρ να λένε βλακείες ο ένας στον άλλο, χίμαιρες για τη ζωή τους. Περίμεναν έναν πωλητή που τον έλεγαν Χίκεϋ και που ήταν ο πιο επιτυχημένος της παρέας.
Ο Χίκεϋ ήρθε, τελικά, στην τελευταία πράξη και τους διηγήθηκε την ιστορία του γάμου του με την Έβελιν, που, παρ’ όλα τα ψέματα, τις υποσχέσεις του και τις άλλες γυναίκες, αυτή τον αγαπούσε. Πάντα τον συγχωρούσε και τον έφερνε πίσω, βεβαιώνοντάς τον για τη πίστη της ότι θ’ αλλάξει· αυτός όμως την πρόδιδε πάλι. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε διέξοδος. Σκέφτηκε την αυτοκτονία· αυτό όμως θα την άφηνε σε τέλεια απόγνωση. Σκέφτηκε, επίσης, να την εγκαταλείψει, αυτό όμως θα ράγιζε την καρδιά της κακομοίρας της Έβελιν. Στο τέλος ήξερε τι έπρεπε να κάνει: αφού τον είχε συγχωρέσει τόσες φορές, μπορούσε να τη σκοτώσει. Επιτέλους, ο θυμός του Λεξ για τη Λουίζ ξέσπασε. Δεν μπορούσε να ζήσει με μια γυναίκα που του επέτρεψε να κάνει όλα όσα είχε κάνει στον εαυτό του και σ’ αυτήν την ίδια.

Αποφάσισε να παραμείνει σεξουαλικά πιστός στη Λουίζ, βρίσκοντας, συγχρόνως, μια γυναικεία πλατωνική συντροφιά. Έτσι, βρήκε την Ντενίζ. Ο άνδρας της την είχε αφήσει με τα παιδιά για μια στριπτιζού και για τα ναρκωτικά. Ήταν και οι δύο τους απογοητευμένοι κι έτσι είχαν πολλά να πούνε. Της είπε τα πάντα και αυτή ζήτησε αποκλειστικότητα. Ο Λεξ θύμωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω.
Ο Λεξ προσπάθησε να αντισταθεί στον πειρασμό τού να ξαναζήσει την ιστορία του πατέρα του. Μίλησε με τους φίλους του, πολλοί από τους οποίους ήταν αθλητές και άλλοι σαραντάρηδες επαγγελματίες. Μερικοί είχαν σταθεί πιστοί όλα αυτά τα χρόνια και έμοιαζαν ευτυχισμένοι με την όχι και τόσο περιπετειώδη ζωή τους. Δυο άλλοι είχαν διαλύσει τους γάμους τους εξαιτίας άλλων γυναικών ή από τα ναρκωτικά και το πιοτό. Δεν τα πήγαν όμως και τόσο καλά· ο ένας, τελικά, επέστρεψε κι ο άλλος έγινε ερείπιο. Οι περισσότεροι του έλεγαν ιστορίες που έμοιαζαν με τη δική του: πως δέχτηκαν δηλ. τότε στη δεκαετία του ’70 τη φιλοσοφία του «πλέιμποϊ» και προσπαθούσαν από δω κι από κει να βρουν ευκαιριακές συντρόφους, κάτι που τους άρεσε, αλλά και που επέδρασε παράξενα στους γάμους τους. Οι περισσότεροι τα είχαν πει στις γυναίκες τους, άλλοι πάλι όχι, πολλοί σταμάτησαν και άλλοι το έκαναν πού και πού, όλοι όμως έμειναν παντρεμένοι και ένιωθαν ολοκληρωμένη τη ζωή τους, παρόλο που δεν τους ήταν πάντα εύκολο να αντιμετωπίσουν το πάθος τους. Ήταν αρκετά ευτυχισμένοι, πίεζαν δε τον Λεξ, στον οποίο έβλεπαν την τάση να ερωτεύεται και να τα θαλασσώνει, να αφήσει την Ντενίζ, να μείνει με τη Λουίζ και να ξεδίνει πότε πότε με κάποια, χωρίς όμως να νοιάζεται γι’ αυτήν, προσπαθώντας να καθυποτάξουν τη ρομαντική του φύση και τον ορμητικό του χαρακτήρα.

Ο Λεξ δεν ήξερε πλέον τι ήθελε. Οι φίλοι του τον εξαγρίωναν. Δεν ένιωθαν την ίδια μοναξιά μ’ αυτόν. Είχαν απλά θυσιάσει κάποια ελευθερία προκειμένου να δώσουν τέρμα στη μοναξιά τους κι έκαναν στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς που χλεύαζαν στους μη αρρενωπούς άνδρες – έγιναν σπιτόγατοι. Ο Λεξ δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο: είχε πληγώσει τη Λουίζ πολύ άσχημα για να γίνει ένας σπιτικός ήρωας. Δεν μπορούσε να νιώσει άνδρας με μια γυναίκα μπροστά στην οποία έπρεπε, προηγουμένως, να ταπεινωθεί: ένιωθε παγιδευμένος.
Ο Λεξ μίλησε στους γιους του. Τον λάτρευαν και έτσι δεν αιφνιδιάστηκαν από τις αποκαλύψεις του. Αποδοκίμασαν όμως τις πράξεις του και ορκίστηκαν ότι ποτέ δνε θα έκαναν όσα έκανε αυτός. Του είπαν, με τη χαρακτηριστική άνεση και ευστροφία της γενιάς τους, πως αν ήθελαν κάποια περισσότερο από τη σύζυγο τότε, απλά, θα έπαιρναν διαζύγιο ή θα περίμεναν ενδεχομένως να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν· σκέφτονταν, όμως, πως ίσως κι αυτή δεν ήταν η καλύτερη λύση. Ήταν βέβαιο ότι θα τον αγαπούσαν ακόμη κι αν άφηνε τη μητέρα τους, δεν θα ανέχονταν όμως την Ντενίζ, που είχε καταστρέψει την οικογένειά τους. Αυτό εξαγρίωσε τον Λεξ. Του έδιναν την άδεια να διαλέξει οποιαδήποτε άλλη γυναίκα στον κόσμο, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό: συνέχιζε να μην είναι πραγματικά ελεύθερος.

Ο Λεξ πέρασε όλα τα στάδια της κατάθλιψης, έφθασε μάλιστα να μιλάει για αυτοκτονία· τόσο όμως η Λουίζ όσο και η Ντενίζ δεν τον άφηναν να φύγει, ακόμη κι όταν άρχισε να τους φέρεται άσχημα. Άρχισε να βλέπει στη Λουίζ τη μητέρα του. Συνειδητοποίησε πως ήταν περισσότερο θυμωμένος με τη μητέρα του που προσκολλήθηκε κι αφέθηκε, απ’ ό,τι με τον πατέρα του, που τον άφησε να την φροντίζει. Ένιωσε αυτήν την παντοδύναμη παρόρμηση για φυγή. Άρχισε να καταλαβαίνει τι είχε νιώσει ο πατέρας του, δεν μπορούσε όμως να τον συγχωρέσει· ούτε αυτόν ούτε τον εαυτό του. Έτσι, άρχισε θεραπεία, έφερε, μάλιστα, και τον πατέρα του, ο οποίος προσπάθησε να ρίξει φως στην κατάσταση: υπήρχε πάντα κάτι, συνήθως γυναίκα, που τον έκανε να νιώθει ντροπή για τον εαυτό του και φοβούμενος μήπως αναστατώσει τη γυναίκα του έφευγε μακριά, έως ότου το πράγμα ξεχνιόταν απ’ όλους. Το έκανε αυτό από τότε που ο Λεξ ήταν 9 χρόνων. Ο ηλικιωμένος πια άνδρας ένιωθε καλά μ’ αυτό που έκανε τώρα: με το να κάθεται στο σπίτι, να φροντίζει την άρρωστη γυναίκα του και να νιώθει περήφανος για τον γιο του. Είχε ξεχάσει εντελώς κάθε άλλη σύζυγο και παιδιά που είχε «μαζέψει» στο δρόμο του – αυτήν τη φορά θα το έκανε σωστά. Μιλούσε για το πόσο περισσότερα πρόσφερε στον Λεξ απ’ όσα είχε προσφέρει σ’ αυτόν ο πατέρας του και συχνά του θύμιζε τα μπαστούνια του γκολφ που του είχε χαρίσει πριν σαράντα περίπου χρόνια. Τον παρακινούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του για τα λάθη του παρελθόντος, να συμμαζευτεί και να βαδίσει εμπρός. Ο ηλικιωμένος άνδρας δεν ένιωθε ντροπή ή ενοχή. Ο Λεξ έμοιαζε να ήθελα να τον στραγγαλίσει, μέχρι που, σιγά σιγά, άρχισε να καταλαβαίνει πως ο πατέρας του δεν ένιωθε ενοχή, επειδή είχε σταματήσει να κάνει όλα όσα τον έκαναν να νιώθει ενοχές. Ήταν πια ειλικρινής και αυτό έφερνε αποτέλεσμα.
Στη θεραπεία, ο Λεξ ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πατέρα του. Τον κατάλαβε κι έτσι κατάλαβε και τον εαυτό του. Με τον καιρό τον συγχώρεσε και άρχισε να επιχειρεί μια προσέγγιση, καθώς κι εκείνος άρχιζε να αντιμετωπίζει τα φαντάσματα του δικού του πατέρα. Έφθασε στο σημείο να συμφιλιωθεί με τη μητέρα του και το υπεραναπτυγμένο αίσθημα ευθύνης που είχε γι’ αυτήν. Αφήνοντας τον πατέρα του με τη μητέρα του, ο Λεξ απελευθερώθηκε για πρώτη φορά, παραμένει όμως περικυκλωμένος από τον κυκεώνα της δικής του ζωής.

Ο Λεξ τώρα ζει μόνος. Προσπαθεί να πάρει διαζύγιο από τη Λουίζ, αφήνοντάς της τα πάντα, φαίνεται όμως πως δεν μπορεί να χωρίσει όσο παραμένει μπλεγμένος με την απόλυτα εξαρτημένη Ντενίζ, την οποία δεν μπορεί να εγκαταλείψει, παρόλο που είναι θυμωμένος μαζί της επειδή λίγο έχει νοιαστεί για την επίδραση της σχέσης τους σ’ αυτόν και την οικογένειά του. Σιχαίνεται την Ντενίζ, όπως επίσης και τη μητέρα του και τη Λουίζ· όσο περισσότερο την πληγώνει, προσπαθώντας να την αφήσει, τόσο νιώθει ένοχος και υπεύθυνος γι’ αυτήν. Αναρωτιέται αν θα έπρεπε να ψάξει για μια γυναίκα την οποία δεν έχει ακόμα πληγώσει. Λέει: «Το να πάω με την Ντενίζ, σημαίνει να εγκαταλείψω ό,τι έχω και ό,τι είμαι. Το να μείνω παντρεμένος με τη Λουίζ σημαίνει οικογενειακή ρουτίνα, αφοσίωση και αποδοχή του πατέρα μου και των φίλων. Σημαίνει σταθερότητα, άνεση και ακεραιότητα. Σημαίνει ενηλικίωση, ωριμότητα. Είμαι όμως ο γιός του πατέρα μου, νιώθω ντροπή, θέλω να φύγω και μισώ τον εαυτό μου για το ότι τον βρίσκω μέσα μου. Προσπαθώ, μάλλον, να γίνω ο άνδρας που αυτός (ο πατέρας μου) είναι τώρα και να απαλλαγώ από τον άνδρα που ήταν κάποτε. Όμως, αυτοί οι δύο άνδρες βρίσκονται μέσα μου σε πόλεμο. Δεν ξέρω πια ποιος είμαι. Είμαι το εννιάχρονο αγόρι που ο πατέρας του έφυγε, και το ποδήλατό του πουλήθηκε για το νοίκι· το αγόρι που έπρεπε να δουλέψει για να φροντίσει τη μάνα του. Μερικές φορές σκέφτομαι πως το μόνο που θέλω είναι να έρθει η δική μου σειρά. Πραγματικά, δεν ξέρω πώς είναι να είμαι άνδρας. Μπορώ να είμαι ένα καλό ή κακό μικρό αγόρι – ο πατέρας μού τα δίδαξε και τα δύο – μόλις τώρα όμως μαθαίνω να είμαι άνδρας».

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΟΥ

Ζήλευα τους ερωτύλους. Άκουγα ιστορίες για επικούς ερωτύλους όπως ο Τζον Κέννεντυ, που είχε τρεις γυναίκες την ημέρα στο Λευκό Οίκο, ή για λυρικούς ερωτύλους, όπως ο Γουόρεν Μπίττυ, που είχε ένα σύντομο ειδύλλιο με κάθε επιθυμητή γυναίκα του κινηματογράφου. Είχα φίλους ερωτύλους· οι ζωές τους, στην αρχή, έμοιαζαν ευχάριστες. Είτε όμως λόγω δειλίας είτε από σοφία υπήρξα μόνο κατά φαντασία ερωτύλος. Ήταν μια σοφή επιλογή. Οι φίλοι που τότε ζήλευα δύσκολα τα κατάφεραν. Στο σπίτι δεν ζούσαν άνετα. Δεν βρήκαν ούτε αγάπη αλλά ούτε και τον ανδρισμό τους. Δεν νομίζω ότι η δυστυχία ήρθε ως αποτέλεσμα της αποκλειστικής ενασχόλησης με το σεξ – το σεξ συντρίβεται από τα περισσότερα από τα πράγματα για τα οποία οι άνδρες θυσιάζουν τη ζωή τους. Η ζωή όμως του ερωτύλου απαιτεί ανειλικρίνεια και οι ερωτύλοι περνούν τη ζωή τους πίσω από τις εχθρικές γραμμές, μέσα σε κρυψώνες και ψευτιές, ανίκανοι να συνυπάρξουν ειρηνικά με κάποιον που τους γνωρίζει. 

Οι άνδρες που επιζητούν να αυτοπραγματωθούν σαν άνδρες μέσα από το κυνήγι των γυναικών χάνουν απλά όλο και περισσότερο τον ανδρισμό που αναζητούν. Επειδή νιώθουν την εξουσία της ΓΥΝΑΙΚΑΣ και θέλουν, για να νιώσουν ΑΝΔΡΕΣ, να τη δαμάσουν, θυσιάζουν αντ’ αυτού τη σύζυγο, τη γυναίκα που θα μπορούσε να τους αγαπήσει και να τους γνωρίσει, και τα παιδιά, μέσω των οποίων θα μπορούσαν οι ίδιοι να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Ο άνδρας, όμως, νιώθει προδομένος, κατηφής και εξαγριωμένος, όταν μια γυναίκα αποτυγχάνει να του αποδώσει τον ανδρισμό που αυτός επιζητεί. Ξέρει πως δεν έχει τη δύναμη να γίνει άνδρας και δεν μπορεί να πιστέψει πως ούτε οι γυναίκες έχουν αυτή τη δύναμη. Ο άνδρας, που στροβιλίζεται μέσα σε αυτούς τους ανέλπιδους σεξουαλικούς κύκλους, απλά, περνά την ώρα του…

Από το βιβλίο του Frank Pittman, M. D.: «Ο άνδρας σε κρίση», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. 

 

psycheandlife σχόλια:

α. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στο πως καταλήγουν οι άνθρωποι, ακριβώς, στα πρότυπα γονιών που βίωσαν και τους πόνεσαν, όπως υποστηρίζει και η συστημική θεωρία. Επίσης, είναι διακριτό μέσα απ’ την παραπάνω ιστορία, πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγουν ακόμα κι αν, συνειδητά, έχουν αποφασίσει και θέλουν να μην ακολουθήσουν αυτά τα πρότυπα. Βγαίνει αυτόματα η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις τους. Αυθόρμητα και ανεξέλεγκτα αναπαραγάγουν ότι έχουν ζήσει και ο φαύλος κύκλος της δυστυχίας ξεκινάει και δεν τελειώνει, ίσως ποτέ, αν δεν γίνει προσωπική δουλειά με πολύ κόπο και πόνο αλλά και ανακούφιση.

Κατά Γιούνγκ τα αποτελέσματα του μητρικού συμπλέγματος στον γιό είναι η ομοφυλοφιλία και ο δονζουανισμός και μερικές φορές η ανικανότητα (εδώ το πατρικό σύμπλεγμα παίζει, επίσης, ρόλο). Στον γιο τραυματίζει το αρσενικό ένστικτο με μια αφύσικη σεξουαλικότητα.
[Το μητρικό σύμπλεγμα είναι ένα δυνητικά ενεργό συστατικό της ψυχής του καθενός, ενεργοποιείται πρώτα απ’ όλα από την προσωπική μας εμπειρία με την μητέρα, στη συνέχεια, με την σημαντική επαφή με άλλες γυναίκες και από τις συλλογικές υποθέσεις. Το μητρικό σύμπλεγμα έχει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το αν εμφανίζεται σε ένα γιο ή μια κόρη. Στο επίκεντρο του μητρικού συμπλέγματος είναι η μητέρα αρχέτυπο, αυτό σημαίνει ότι πίσω από τους προσωπικούς συσχετισμούς με την προσωπική μητέρα, σε άνδρες και γυναίκες, υπάρχει η συλλογική εικόνα της “τροφής” και της ασφάλειας απ’ την μία πλευρά (η θετική μητέρα), και η καταβροχθιστική κτητικότητα από την άλλη πλευρά (η αρνητική μητέρα). ]

Στον τύπο Δον Ζουάν φαίνεται μια ψυχρή ωμότητα κάθε φορά όταν εγκαταλείπει μια γυναίκα. Μόλις περάσει το αίσθημα του, έρχεται η ψυχρή ωμότητα, χωρίς κανένα αίσθημα, και όλος ο συναισθηματικός του ενθουσιασμός προβάλλεται σε μια άλλη γυναίκα. Αυτός που υποφέρει από το μητρικό σύμπλεγμα δεν θέλει να αντέχει (αντιμετωπίζει) πολύ συχνά την ίδια κατάσταση.

Όταν ο Γιουνγκ στην συνάφεια αυτή μιλά για ένα “άπιστο έρωτα”, εννοεί την ικανότητα, να μπορεί κανείς να απομακρύνεται, από καιρού εις καιρόν, από μια σχέση. Μπορούμε να πούμε πως συνειδητά (στο συνειδητό μέρος του) είναι πολύ αδύναμος και υποχωρητικός, και η ασυνείδητη σκιά είναι πολύ βάρβαρη, αδιάφορη και άπιστη. Το υποχωρητικό «καλό παιδί», ο άνδρας ο οποίος υποχωρεί πολύ, αντικαθίσταται ξαφνικά από μια ψυχρή σκιά ενός εγκληματία, που δεν έχει καμιά ανθρώπινη σχέση.

(οι πληροφορίες για το μητρικό σύμπλεγμα είναι  από το βιβλίο του Καρλ Γιούνγκ «Τέσσερα αρχέτυπα»)

β. Έχει, ακόμα, ενδιαφέρον οι γυναίκες σύντροφοι, που σχετίζονται με αυτούς τους άνδρες, πόσο «λίγο» (ψίχουλα όπως αναφέρεται) διεκδικούν για τον εαυτό τους, ερχόμενες μέσα από τα δικά τους βιώματα και ιστορίες και ακολουθώντας κι αυτές τον ίδιο γνωστό δρόμο προτύπων. Με ανοχές, πολύ αυξημένες, στην κακοποίηση και στην παραμέληση, βιώνουν μια δεύτερη κακοποίηση ως ενήλικες  στη δική τους οικογένεια πια και, πιθανά, ούτε καν το αντιλαμβάνονται έτσι. Καταναλώνουν μια ζωή ακολουθώντας τον άνδρα που επέλεξαν αλλά χωρίς να φροντίζουν για τις δικές τους ανάγκες και θέλω και μεγαλώνουν παιδιά που πιθανά κι αυτά να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, αργότερα στη ζωή τους… και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται μέχρι κάποια στιγμή (;) κάποιος να αποφασίσει να τον σπάσει και να κάνει τα πράγματα στη ζωή του αλλιώς, με αγάπη και φροντίδα μακριά από τη δυστυχία, τη μοναξιά και τον πόνο.
Ίσως θα πρέπει να αναλυθεί περισσότερο η ιστορία αυτών των γυναικών, γιατί οι μελέτες, συνήθως, αφορούν τον τύπο του άνδρα που έχει τέτοιες συμπεριφορές και η διεθνής βιβλιογραφία δεν έχει να δείξει μελέτες για τον τύπο των γυναικών που παγιδεύονται σε τέτοιες σχέσεις και που θα ήταν χρήσιμο και βοηθητικό να έχουν βοήθεια ή να κατονομαστούν τρόποι αποφυγής σχέσης με τέτοιους άνδρες που αγγίζει τα όρια (;) της ψυχοπαθολογίας.

Η Sandra L. Brown δίνει και μια άλλη οπτική:

«Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε αυτό που δεν αναγνωρίζουμε,
δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτό που δεν κάνουμε διάγνωση.
Και δεν μπορούμε να υποδείξουμε πώς να το εντοπίσουμε, αν δεν καταλάβουμε οι ίδιοι την παθολογία.»

 Αναφέρει λοιπόν ότι:

«Στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα μοναδικά παραδείγματα σχετικά με την ψυχοπάθεια που είναι διαθέσιμα για μελέτη ή αναφορά είναι εκείνα που έχουν εντοπιστεί ή έχουν εγκλειστεί. Στα παραδείγματα σε αυτό το βιβλίο, οι ψυχοπαθείς δεν έχουν και δεν είχαν κυρίως εγκλειστεί. Είναι αυτό που θα μπορούσε να αποκαλέσει κάποιος «πετυχημένοι ψυχοπαθείς». Οι αναφορές από τους ίδιους τους ψυχοπαθείς είναι ένα πρόβλημα από μόνο του καθώς το ψέμα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ψυχοπαθή.
Έχω δει εκατοντάδες (αν όχι χιλιάδες) ζωές να έχουν καταστραφεί από τα διαφορετικά επίπεδα της παθολογίας ανακατεμένα με ψυχοπάθεια.
Ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι την διαταραχή βασίστηκε στις μοναδικές εμπειρίες των θυμάτων που θεράπευα, τα οποία μοιράζονταν μαζί μου τα προσωπικά καταστροφικά μαθήματα της ζωής τους με τις επαφές που είχαν. Όταν μελετάς το αντικείμενο της ψυχοπάθειας μέσα από το αποτέλεσμα της θυματοποίησης, η άποψη και η ιδέα είναι ευρύτερη και βαθύτερη».

Η έρευνά της αποκάλυψε ότι οι γυναίκες που αγαπούσαν ψυχοπαθείς [και άλλους που είχαν διαταραχές προσωπικότητας του Συμπλέγματος Β΄, δηλ. ναρκισσιστικές, αντικοινωνικές, θεατρικές και οριακές (μεταιχμιακές) διαταραχές προσωπικότητας] κατείχαν μοναδικά και «υπερ-χαρακτηριστικά» στην ιδιοσυγκρασία τους, τα οποία τις έκαναν να είναι ο τέλειος στόχος/θύμα για τον ψυχοπαθή. Ενώ όσα ακολουθούν δεν καλύπτουν όλα τα χαρακτηριστικά της, αυτά είναι που συναντώνται περισσότερο και έτσι αποτελούν και τους πιθανούς παράγοντες.
Νομίζω ότι όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι όλα αυτά φαίνεται ότι αφορούν εκπληκτικές γυναίκες από κάθε άποψη! Αυτά τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά δεν φαίνονται προβληματικά εξ όψεως, αλλά μερικά από αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκονται σε ποσοστό 97% μεγαλύτερο από το μέσο όρο, αποδεικνύοντας ότι τα τόσο πολύ καλά πράγματα δεν μπορεί να είναι άσχημα. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν τα βάλεις όλα κάτω:

«Πάρα πολύ υψηλή ενσυναίσθηση + μεγάλο συναισθηματικό δέσιμο + υψηλός συναισθηματισμός και χαμηλή πιθανότητα για αποφυγή βλάβης;
Αναπόφευκτα παθαίνετε κακό.«

Η Sandra L. Brown, M.A., διευθύντρια του Institute for Relational Harm Reduction & Public Pathology Education, ψυχοπαθολόγος, λέκτορας και συγγραφέας. Ανάμεσα στα βιβλία της συμπεριλαμβάνονται και τα βραβευμένα «Γυναίκες που Αγαπούν τους Ψυχοπαθείς, Πώς να Εντοπίσετε έναν Επικίνδυνο Άνδρα πριν Κάνετε Σχέση Μαζί του» (Women Who Love Psychopaths, How to Spot a Dangerous Man Before You Get Involved) και «Συμβουλεύοντας τα Θύματα Βίας: ένα Εγχειρίδιο Βοήθειας για τους Επαγγελματίες» (Counseling Victims of Violence: A Handbook for Helping Professionals).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s