Αλληλεγγύη – Ανταγωνισμός

Posted: Φεβρουαρίου 11, 2013 in αποσπάσματα από βιβλία
Ετικέτες: , , , , ,

Η εμπειρία του ν’ αγαπάει κανείς, ν’ απολαμβάνει κάτι χωρίς όμως να θέλει να το έχει, είναι αυτό που αναφέρει ο Suzuki όταν κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο γιαπωνέζικο και στο αγγλικό ποίημα*. Πραγματικά δεν είναι καθόλου εύκολο για τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο να βιώνει την απόλαυση  ξέχωρα από την απόκτηση και την κατοχή πραγμάτων. Πάντως, κανένα από τα δύο δεν είναι ξέχωρο σε μας. Το παράδειγμα του Suzuki με το λουλούδι δεν θα είχε σημασία, αν ο διαβάτης αντί να κοιτάει το λουλούδι κοίταζε ένα βουνό, ένα λιβάδι ή οτιδήποτε άλλο που δεν μπορεί να μετακινηθεί. Είναι βέβαιο ότι πολλοί, ή οι περισσότεροι άνθρωποι, δε θα’ βλεπαν πραγματικά το βουνό, παρά σαν κάτι το πολύ κοινό. Αντί να το βλέπουν, θα ήθελαν να ξέρουν το όνομά του, το ύψος του ή θα ήθελαν να κάνουν ορειβασία, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί σαν μια άλλη μορφή κατοχής του. Μερικοί όμως μπορούν και να βλέπουν το βουνό και να το χαίρονται. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την απόλαυση της μουσικής: δηλαδή, το ν’ αγοράσει κάποιος ένα δίσκο που του αρέσει, είναι ταυτόχρονα μια πράξη κατοχής του έργου, και ίσως οι περισσότεροι άνθρωποι που απολαμβάνουν την τέχνη στην πραγματικότητα να την «καταναλώνουν». Μια μειοψηφία, όμως, ίσως μπορεί ακόμα ν’ ανταποκρίνεται στη μουσική και την τέχνη με γνήσια χαρά και χωρίς καμιά κτητική παρόρμηση.
Καμιά φορά μπορεί κανείς να διαβάσει τις αντιδράσεις των ανθρώπων στην έκφραση που παίρνει το πρόσωπό τους. Στη διάρκεια ενός έργου που είδα πρόσφατα στην τηλεόραση και που παρουσίαζε τους καταπληκτικούς ακροβάτες και ταχυδακτυλουργούς του κινέζικου τσίρκου, η κάμερα επανειλημμένα στράφηκε στους θεατές για να καταγράψει τις αντιδράσεις τους. Τα περισσότερα πρόσωπα ήταν ξαναμμένα, ζωντανεμένα, είχαν γίνει πραγματικά όμορφα στην ανταπόκρισή τους στη χαριτωμένη, ζωντανή παράσταση. Μόνο μια μειοψηφία φαινόταν ψυχρή και ασυγκίνητη.
Ένα άλλο παράδειγμα απόλαυσης χωρίς την τάση κατοχής είναι η ανταπόκρισή μας απέναντι στα μικρά παιδιά. Κι εδώ ακόμα υποψιάζομαι ότι υπάρχει μια μεγάλη δόση απατηλής συμπεριφοράς – απατηλής και για μας τους ίδιους – γιατί στην πραγματικότητα θέλουμε να δούμε τους εαυτούς μας στο ρόλο των ανθρώπων που πραγματικά αγαπούν τα παιδιά. Αλλά κι αν ακόμα υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας, πιστεύω ότι η αυθεντική, ζωντανή ανταπόκριση προς τα παιδιά δεν είναι καθόλου σπάνια. Αυτό μπορεί να συμβεί κατά ένα τουλάχιστο μεγάλο μέρος γιατί – αντίθετα με τα συναισθήματα για τους εφήβους και τους ενήλικες – οι περισσότεροι άνθρωποι δε φοβούνται τα παιδιά κι έτσι αισθάνονται ελεύθεροι να εκφράσουν την αγάπη τους, πράγμα που δε μπορεί να γίνει όταν υπάρχει στη μέση ο φόβος.

Το πιο σχετικό παράδειγμα απόλαυσης χωρίς την επιθυμία κατοχής αυτού που απολαμβάνει κανείς, μπορούμε να βρούμε στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ένας άνδρας και μια γυναίκα μπορεί ν’ απολαμβάνουν ο ένας τον άλλο σε πολλά επίπεδα: στον καθένα από τους δυο μπορεί ν’ αρέσει η στάση του άλλου απέναντι στα διάφορα πράγματα, τα γούστα, οι ιδέες, το ταμπεραμέντο ή ολόκληρη η προσωπικότητα του άλλου. Κι όμως, μόνο σ’ εκείνους που πρέπει να έχουν ό,τι τους αρέσει, αυτή η αμοιβαία ευχαρίστηση καταλήγει συχνά στην επιθυμία για σεξουαλική κατοχή. Οι άνθρωποι που θέλουν να είναι, νιώθουν ότι το άλλο άτομο είναι ευχάριστο και ακόμα ερωτικά επιθυμητό, αλλά δε νιώθουν την ανάγκη να το «ξεριζώσουν» – όπως αναφέρει ο Tennyson στο ποίημά του – για να το χαρούν.

Οι άνθρωποι που το συνολικό τους ενδιαφέρον εντοπίζεται στην απόκτηση και κατοχή πραγμάτων, θέλουν να έχουν το άτομο που τους αρέσει ή θαυμάζουν. Αυτό μπορούμε να το δούμε στις σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους, των δασκάλων με τους μαθητές τους αλλά ακόμα και ανάμεσα σε φίλους. Κανένας από τους δυο συντρόφους που έχουν μια τέτοια σχέση δεν ικανοποιείται με το ν’ απολαμβάνει απλώς τον άλλο. Ο καθένας θέλει να έχει τον άλλο για τον εαυτό του/της. Έτσι ζηλεύουν αυτούς που θέλουν να «έχουν» το πρόσωπο που οι ίδιοι επιθυμούν. Αποζητάει ο ένας τον άλλο, όπως ένας ναυαγός αποζητάει μια σανίδα για να επιζήσει. Ουσιαστικά, οι σχέσεις που στηρίζονται στην «κατοχή» είναι βαριές, φορτικές, γεμάτες ζήλια και συγκρούσεις.

Γενικότερα, τα βασικά στοιχεία στη σχέση των κτητικών ατόμων είναι η άμιλλα, ο ανταγωνισμός και ο φόβος. Το ανταγωνιστικό στοιχείο βρίσκεται στη ρίζα μιας τέτοιας σχέσης. Αν η τάση γι’ απόκτηση και κατοχή είναι η βάση της αίσθησης της ταυτότητάς μου, γιατί «είμαι ό,τι έχω», η επιθυμία να έχω οδηγεί στην επιθυμία να έχω πολλά, να έχω περισσότερα, να έχω τα περισσότερα. Μ’ άλλα λόγια, η απληστία είναι το φυσικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου προσανατολισμού. Μπορεί να πρόκειτα για την απληστία του φιλάργυρου ή την απληστία του ανθρώπου που κυνηγάει τα κέρδη ή για την απληστία του άντρα που κυνηγάει γυναίκες ή της γυναίκας που κυνηγάει άντρες. Οποιαδήποτε κι αν είναι η ρίζα της απληστίας του, ο άπληστος δε μπορεί ποτέ να έχει αρκετά, δε μπορεί ποτέ να «ικανοποιηθεί». Σε αντίθεση με τις φυσικές ανάγκες – όπως είναι η πείνα – που έχουν συγκεκριμένα σημεία κορεσμού, καθορισμένα από τη φυσιολογία του σώματος, η πνευματική απληστία – και όλη η απληστία είναι πνευματική, ακόμα κι αυτή που ικανοποιείται μέσα από το σώμα – δεν έχει σημείο κορεσμού, αφού η ικανοποίηση της δε γεμίζει την εσωτερική κενότητα, την ανία, τη μοναξιά και την κατάθλιψη που προορίζεται να καλύψει. Ακόμα παραπέρα, αφού το καθετί που έχει ο καθένας μπορεί σε μια στιγμή, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να χαθεί, πρέπει αυτός να συσσωρεύει όλο και περισσότερα για να ισχυροποιήσει την ύπαρξή του ενάντια σ’ ένα τέτοιο κίνδυνο. Αν ο καθένας θέλει να έχει συνεχώς περισσότερα, σίγουρα θα φοβάται την επιθετική τάση του διπλανού του να του πάρει όλα αυτά που έχει. Για να μπορέσει να εμποδίσει μια τέτοια επίθεση, πρέπει να γίνει πιο δυνατός και προκαταβολικά επιθετικός. Παράλληλα, αφού η παραγωγή όσο μεγάλη κι αν είναι, δε μπορεί να συμβαδίζει με τις απεριόριστες επιθυμίες, τότε ο ανταγωνισμός εμφανίζεται να είναι απαραίτητος ανάμεσα στα άτομα, μέσα στην πάλη τους ν’ αποκτήσουν όσο το δυνατό περισσότερα. Και ο αγώνας αυτός θα συνεχιζόταν ακόμα κι αν μπορούσε να επιτευχθεί μια κατάσταση απόλυτης αφθονίας. Αυτοί που υστερούν σε φυσική υγεία, ελκυστικότητα, χαρίσματα και ταλέντα θα ζηλεύουν βαθιά αυτούς που θα έχουν «περισσότερα».

Το γεγονός ότι το έχειν και η συνακόλουθη απληστία οδηγούν αναπόφευκτα σε διαπροσωπικό ανταγωνισμό, ισχύει όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα διάφορα κράτη. Γιατί όσο τα κράτη αποτελούνται από ανθρώπους που η κύρια απασχόλησή τους είναι η κατοχή πραγμάτων και η απληστία, δε μπορούν να αποφύγουν τον πόλεμο. Αναπόφευκτα, επιθυμούν ό,τι έχει το άλλο κράτος και προσπαθούν να πάρουν αυτά που θέλουν με πόλεμο, οικονομική πίεση ή απειλές. Θα χρησιμοποιήσουν, στην αρχή, αυτές τις μεθόδους ενάντια στα πιο αδύνατα κράτη και θα κάνουν συμμαχίες ισχυρότερες από το κράτος που θέλουν να χτυπήσουν. Ακόμα κι αν υπάρχει μια μόνο λογική πιθανότητα να νικήσει ένα κράτος, θα επιδιώξει τον πόλεμο, όχι γιατί υποφέρει οικονομικά, αλλά γιατί η επιθυμία να αποκτήσει περισσότερα και να κατακτήσει είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στον κοινωνικό χαρακτήρα.
Φυσικά υπάρχουν περίοδοι ειρήνης. Αλλά θα πρέπει να μπορεί κανείς να διακρίνει ανάμεσα σε μια ειρήνη που διαρκεί και μια ειρήνη που είναι φαινόμενο μεταβατικό· μια περίοδο δηλαδή, που ένα κράτος μαζεύει δυνάμεις, επανδρώνει καλύτερα τη βιομηχανία και εξοπλίζει το στρατό του. Θα πρέπει, μ’ άλλα λόγια, να διακρίνουμε ανάμεσα στην ειρήνη που είναι μια διαρκής κατάσταση αρμονίας και στην ειρήνη που είναι βασικά μια ανακωχή. Αν και ο 19ος και ο 20ος αιώνας είχαν περιόδους ανακωχής, χαρακτηρίζονται βασικά από μια κατάσταση χρόνιου πολέμου ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ιστορικής αυτής φάσης. Η ειρήνη σαν μια κατάσταση διαρκών αρμονικών σχέσεων ανάμεσα στα κράτη είναι δυνατή, όταν η δομή του έχειν αντικατασταθεί με τη δομή του είναι. Η ιδέα ότι μπορεί κάποιος να επιδιώξει και ν’ αποκαταστήσει την ειρήνη, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνει τις τάσεις για κατοχή και κέρδος, είναι μια αυταπάτη, και μάλιστα επικίνδυνη, γιατί στερεί τους ανθρώπους από την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουν ότι αντιμετωπίζουν δύο ξεκάθαρες εναλλακτικές λύσεις: ή μια ριζοσπαστική αλλαγή του χαρακτήρα τους ή τη διαιώνιση του πολέμου. Αυτή η εναλλακτική λύση είναι πραγματικά  πολύ παλιά. Οι ηγέτες κήρυσσαν τον πόλεμο και ο λαός τους ακολουθούσε. Σήμερα και αύριο, με την απίστευτη άνοδο της καταστροφικότητας των καινούργιων όπλων, η προοπτική που διαγράφεται δεν είναι πια πόλεμος – αλλά η αμοιβαία αυτοκτονία.

Όσα ισχύουν για τις διεθνείς διενέξεις, ισχύουν και για την ταξική πάλη. Η πάλη ανάμεσα στις τάξεις, βασικά ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους, υπήρχε πάντα στις κοινωνίες που ήταν θεμελιωμένες στην αρχή της απληστίας. Η ταξική πάλη δεν εμφανίστηκε εκεί όπου δεν υπήρχε η ανάγκη ή η πιθανότητα είτε για εκμετάλλευση είτε για άπληστο κοινωνικό χαρακτήρα. Αλλά ακόμα και οι πλουσιότερες κοινωνίες είναι αναγκαστικά χωρισμένες σε τάξεις, στο βαθμό που κυριαρχεί σ’ αυτές ο κτητικός κοινωνικός χαρακτήρας. Όπως αναφέρθηκε και πρωτύτερα, με δοσμένες τις απεριόριστες επιθυμίες, ακόμα και η μεγαλύτερη παραγωγή δε μπορεί να συμβαδίσει με τη φαντασίωση που έχει ο καθένας ν’ αποκτήσει περισσότερα από το διπλανό του. Αναπόφευκτα, αυτοί που είναι δυνατότεροι, εξυπνότεροι ή όσοι ευνοούνται απτό τις διάφορες περιστάσεις, θα προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν μια προνομιακή θέση για τον εαυτό τους και να επωφεληθούν από τους άλλους – που είναι πιο αδύνατοι – χρησιμοποιώντας είτε τη δύναμη είτε τη βία είτε την πειθώ. Οι καταπιεσμένες τάξεις θα γκρεμίσουν τους καταπιεστές τους, κ.ο.κ. Η ταξική πάλη μπορεί να γίνει λιγότερο βίαιη, αλλά δε μπορεί να εξαφανιστεί όσο κυριαρχεί η απληστία στην ανθρώπινη καρδιά. Η ιδέα της αταξικής κοινωνίας σ’ ένα δήθεν σοσιαλιστικό κόσμο, γεμάτο με το πνεύμα της απληστίας είναι τόσο απατηλή – κι επικίνδυνη – όσο και η ιδέα της διαρκούς ειρήνης ανάμεσα σε άπληστα κράτη.

Αντίθετα, στη βάση του είναι, η ατομική ιδιοκτησία δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία: δε χρειάζομαι να κατέχω κάτι για να το χαρώ ή ακόμα και να το χρησιμοποιήσω. Έτσι, περισσότεροι από ένας άνθρωποι – στην πραγματικότητα εκατομμύρια ανθρώπων – μπορούν να μοιραστούν την ευχαρίστηση που τους δίνει το ίδιο αντικείμενο, αφού κανείς δε χρειάζεται – ή δεν επιθυμεί – να το έχει σαν προϋπόθεση για να το χαρεί.  Αυτό όχι μόνο εμποδίζει τις διαμάχες, αλλά και δημιουργεί μια από τις πιο βαθιές μορφές της ανθρώπινης ευτυχίας: του να μοιράζονται οι άνθρωποι την απόλαυση. Τίποτα δεν ενώνει τους ανθρώπους περισσότερο (χωρίς να περιορίζει την ατομικότητά τους) από το να μοιράζονται το θαυμασμό και την αγάπη τους για ένα πρόσωπο ή μια ιδέα, ένα μουσικό κομμάτι, ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα σύμβολο, ή ακόμα το να συμμετέχουν σε μια τελετουργία ή να μοιράζονται τη λύπη. Η εμπειρία αυτή κρατάει τη σχέση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ζωντανή. Αποτελεί τη βάση όλων των μεγάλων θρησκειών, πολιτικών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Φυσικά, αυτό συμβαίνει μόνο όταν και στο βαθμό που οι άνθρωποι νιώθουν γνήσια αγάπη ή θαυμασμό. Όταν τα θρησκευτικά και πολιτικά ρεύματα αποστεώνονται, όταν η γραφειοκρατία διευθύνει τους ανθρώπους μέσα από την υποβολή και τις απειλές, η εμπειρία της κοινής ευτυχίας τελειώνει.

Ενώ η φύση έχει επινοήσει το πρωτότυπο – ή ίσως το σύμβολο – της κοινής απόλαυσης στη σεξουαλική πράξη, στην πραγματικότητα η σεξουαλική πράξη δε συνεπάγεται απαραίτητα και κοινή απόλαυση. Οι δύο άνθρωποι είναι συχνά τόσο ναρκισσιστές, εγωπαθείς και κτητικοί, που τελικά μπορούμε να πούμε ότι αισθάνονται ταυτόχρονη αλλά όχι και κοινή ευχαρίστηση.
Από μια άλλη άποψη, η φύση προσφέρει ένα λιγότερο διφορούμενο σύμβολο διάκρισης ανάμεσα στο έχειν και στο είναι. Η στύση του πέους είναι απόλυτα λειτουργική. Ο άντρας δεν έχει τη στύση σαν ιδιοκτησία, ή σαν μια μόνιμη ιδιότητα (αν και πολλοί άντρες θα επιθυμούσαν να την έχουν, μπορεί εύκολα να το μαντέψει κανείς). Το πέος είναι σε κατάσταση στύσης, όσο ο άντρας είναι σε κατάσταση διέγερσης, όσο επιθυμεί το άτομο που του δημιούργησε αυτή τη διέγερση. Αν, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, παρεμβληθεί κάτι σ’ αυτή την κατάσταση διέγερσης, τότε ο άντρας δεν έχει τίποτα. Και σ’ αντίθεση με όλα τ’ άλλα είδη συμπεριφοράς, η στύση δεν είναι κάτι που μπορεί να παραποιηθεί. Ο George Groddek, ένας από τους σπουδαιότερους ψυχαναλυτές – αν και σχετικά άγνωστος – συνήθιζε να λέει ότι κατά βάθος ο άντρας είναι άντρας μόνο για λίγα λεπτά. Τον περισσότερο καιρό είναι ένα μικρό αγόρι. Ο Groddek, βέβαια, δεν εννοούσε ότι ο άντρας γίνεται ολοκληρωτικά παιδί, αλλά ειδικά σ’ εκείνη την πλευρά που για τους περισσότερους άντρες αποτελεί απόδειξη ότι είναι άντρες.

Από το βιβλίο του Έριχ Φρομ“Να έχεις ή να είσαι;”, εκδόσεις Μπουκουμάνη.
 
 
 

* Ο D. T. Suzuki αναφέρει δυό ποιήματα στο Διαλέξεις Πάνω στο Ζεν Βουδισμό (Lectures on Zen Buddism). Το ένα από αυτά είναι ένα haiku (είδος γιαπωνέζικου ποιήματος), γραμμένο από τον Γιαπωνέζο ποιητή Basho (1644-1694). Το άλλο ποίημα είναι ενός Άγγλου ποιητή του δέκατου ένατου αιώνα, του Tennyson. Και οι δύο ποιητές περιγράφουν όμοιες εμπειρίες: το τι ένιωσαν όταν σε κάποιο περίπατο αντίκρυσαν ένα λουλούδι. Οι στίχοι του Tennyson είναι οι παρακάτω:
«Λουλούδι στη σχισμάδα του τοίχου,
Σε τραβάω απ’ τη σχισμάδα,
Σε κρατάω εδώ στο χέρι μου,
Ολάκερο με τη ρίζα,
Μικρό λουλούδι – αν μπορούσα να καταλάβω
Τι είσαι, κι εσύ και η ρίζα σου,
Ολάκερο εσύ,
Θα’ ξερα τι είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος.»

Μεταφρασμένο στα ελληνικά το haiku του Basho λέει περίπου τα εξής:
«Όταν κοιτάξω προσεκτικά
Βλέπω ν’ ανθίζει η ναζούνα
Πλάι στο φράχτη!»

Η διαφορά είναι εντυπωσιακή.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η AKMΩΝ λέει:

    Υπάρχουν άνθρωποι που χαρίζουν. Χαρίζουν αυτό το οποίο δημιουργούν και απολαμβάνουν αυτήν την διαδικασία θεωρώντας πως για αυτούς είναι εύκολο να ξαναφιάξουν αυτό που δίνουν. Για τους άλλους όμως είναι σημαντικό αυτό το δώρο και είναι η χαρά στο πρόσωπό τους ένα δώρο ανταπόδοσης προς αυτόν που δώρισε κάτι.
    Ίσως αυτό που κερδίζει ο δωρίζων να είναι αυτή η μία στιγμή κατά την οποία έχει την ευκαιρία να δει την χαρά κατά πρόσωπο. Ίσως αυτό να του λείπει και να το ανταλλάσει με ότι και εκείνος μπορεί να δώσει.
    Ίσως τελικά να θεωρεί πως από όλες τις τέχνες που κάνουν τον άνθρωπο ικανό να φτιάξει κάτι να δημιουργήσει κάτι ανώτερη είναι η τέχνη του να δημιουργείς χαρά .
    Και σε αυτήν την προσπάθεια δημιουργίας χαράς αξίζει ίσως ένα ευχαριστώ όχι ειπωμένο με λόγια αλλά ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μας κάθε φορά που μας χαρίζουν κάτι.
    Ίσως να αξίζει να αγαπούμε το ότι μας χαρίζουν διότι εάν το αγαπούμε θα χαρούμε γιά αυτό και με αυτήν την χαρά αποτυπωμένη στο πρόσωπό μας χαρίζουμε και εμείς στον δημιουργό αυτό που εκείνος δεν έχει.

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η psycheandlife λέει:

      Είναι μεγάλη η τέχνη του να δημιουργείς χαρά (πολύ όμορφα το περιγράφετε), θα μπορούσε να ήταν απλό κι έχει γίνει δύσκολο…
      Χωρίς να διαφωνώ σε τίποτα από αυτά που γράφετε θα ήθελα μόνο να σημειώσω (σε σχέση με το συγκεκριμένο άρθρο) ότι η αλληλεγγύη είναι κάτι άλλο, έχει την έννοια του μοιράζεσθαι και όχι του χαρίζειν, της ανταλλαγής, όχι μόνο της προσφοράς γιατί έτσι δεν χτίζεται σχέση ισοτιμίας και σε ανθρώπους που έχει πληγεί η αξιοπρέπειά τους υπάρχει μια απόλυτα κατανοητή ευθιξία στο λαβείν.
      Ευχαριστώ για το σχόλιό σας.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s