…μόλις περάσει η καταιγίδα

Posted: Σεπτεμβρίου 10, 2011 in ποίηση-λογοτεχνία, σκέψεις
Ετικέτες: ,

…σα να περιγράφει (ο ποιητής) κομμάτια που θυμίζουν εκείνη που «έφυγε», όχι απόλυτα, όμως, στο λίγο τους, στα σημεία, που λέμε… τόσο πετυχημένα!

Γράφει, λοιπόν, «ο ποιητής»:

«Από τα χέρια των γονιών μου, που δεν ήταν ποτέ

ενωμένα, ξέφυγε η ισορροπία της ψυχής μου.

Δια παντός. Άργησα τόσο να το καταλάβω!

Μια ζωή κάθιζα στο σκαμνί τον εαυτό μου,

με την κατηγορία πως δεν είχε τη δύναμη, ή την ικανότητα,

ή την εξυπνάδα, να κερδίσει αυτή την τόσο ζηλευτή ισορροπία.

Μια ζωή εμπιστεύθηκα κι ακολούθησα, σαν πεινασμένο

σκυλί, τσαρλατάνους, τυχοδιώκτες, αγύρτες, ταχυδακτυλουργούς,

χρυσοθήρες – ιδίως, αυτούς τους χρυσοθήρες, πολύ τους

αγάπησα – ψάχνοντας να βρω τα κομματάκια που μου

έλειπαν, για να σχηματίσω την εικόνα της προσωπικότητάς μου.

Μια ζωή παρασύρθηκα από κήρυκες και καθοδηγητές,

χάσκοντας, σαν διψασμένη κότα, να με φωτίσουν με τις θεωρίες τους.

Μια ζωή άνοιγα ληγμένες κονσέρβες γνώσης, για να ταΐσω

την ψυχή μου και να τη φέρω στα ίσα της.

Χαράμισα πολύτιμο χρόνο σ’ αυτές τις περιπλανήσεις.

Σιγά! Μην έχει ισορροπία το λουλούδι της μανόλιας,

όταν το φοβερίζει ο Νοτιάς.

Μήπως είδε κανείς, απ’ όλους εσάς, κάτι πιο όμορφο

σ’ αυτή τη γη;»

…και συνεχίζει, αλλού, «ο ποιητής»…

«Πόσες φορές, αλήθεια, συναρμολόγησες τη διαμελισμένη σου

ψυχή; Σάμπως θυμάσαι;

Πόσες νύχτες τρύπησες, για να βγεις στο φως;

Πόση βροχή κατάπιες;

Πόσους ανέμους έκρυψες στην αγκαλιά σου;

Τώρα, μου γράφεις… «Είμαι καλά. Βρήκα μια θέση στη ζωή.

Μπορεί προσωρινά. Αλλά να ξέρεις, είναι θεωρείο!

Επιτέλους, μου χαρίστηκε ο Θεός».

Αμ, δε στη χάρισε ο Θεός τη θέση, μάτια μου.

Στην πούλησε. Και μάλιστα πανάκριβα.»

Κάπου εκεί που σ’ αφήνει «ο ποιητής», εκεί αρχίζεις κι αναρωτιέσαι γι’ αυτή την πουλημένη πάνακριβη θέση…

Πως, που και πότε βρίσκεις, άραγε, την έξοδο στο τούνελ της απώλειας, πως ξεφεύγεις απ΄αυτόν το σπαραγμό μέσα σου; απ’ αυτό το οριστικά τετελεσμένο; Κάτι δεν καταλαβαίνεις ε; κάτι μπερδεύτηκε στη σειρά που είχες στρώσει, κάτι λείπει απ’ το παζλ της παράλληλης πορείας που είχατε στήσει οι δυό σας, κι ας φαινόταν τόσο διαφορετική αυτή η πορεία.

Είναι σα να γίνανε όλα μικρά κομματάκια, σα να καταστράφηκε ο χάρτης και της δικής σου πορείας, σα να σβήστηκε ο μοναδικά δικός σου χάρτης, σαν κύμα που σβήνει τις πατημασιές στην άμμο, κάτι έχει απομείνει αλλά είναι σα να μη ξεχωρίζει η εικόνα, κάνει τρύπες και αυτό που ανακατασκευάζεται είναι σαν κακοτέχνημα.

Δεν είναι αυτή η ζωή σου, η γνώριμα δική σου ζωή, κάποιο χοντροκομμένο λάθος έγινε και έχουν μπερδευτεί μέσα σου αυτές οι δυό λέξεις που δεν είχαν κάποτε πραγματική υπόσταση. Το ποτέ και το πάντα, λοιπόν, γίναν ξαφνικά λέξεις-μαχαιριές, κι ας υποστήριζες πρόσφατα και με πάθος ότι ήταν χωρίς νόημα, με τη σοφία της ζωής που μέχρι τότε είχες, δήθεν, κατακτήσει!

Πως καταφέρνεις να μη σκέφτεσαι τον άνθρωπο που δεν θα ξαναδείς ποτέ το χαμόγελο στα μάτια του, ούτε θα ακούσεις το τρανταχτό του γέλιο, που δε θα ξαναγκαλιάσεις, δε θα ξανακούσεις τη φωνή του, δε θα ξαναγγίξεις το δέρμα του, δε θα ξαναχαϊδέψεις τα μαλλιά του; …τόση απουσία πως αντέχεται; τι την κάνεις; που τη στριμώχνεις στην καθημερινότητά σου… και είναι για πάντα ε;… μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις… για πάντα.

Πως ξαναγυρίζεις στην «κανονική» σου ζωή αφού για πάντα κάτι δεν θα είναι εκεί ποτέ ξανά, κάτι δεν θα είναι ποτέ «κανονικό»;

Πως ξαναγίνονται τα πράγματα καθημερινά και ίδια με πριν; …αφού δεν είναι ίδια και ούτε θα ξαναγίνουν ποτέ.

Δε θέλεις, άλλωστε, να γίνουν όλα τα ίδια, κάτι έγινε σημαντικό, πιο σημαντικό απ’ το θάνατο γίνεται; δε γίνεται…

Δε θέλεις να ξεχάσεις, δε θέλεις τη λησμονιά, δε θέλεις να κλείσει αυτή η τρύπα, το βαθούλωμα που νιώθεις να έχει σκαφτεί στην ψυχή σου.

Δε θέλεις γιατί φοβάσαι ότι θα την πάρει η λησμονιά μαζί της και δεν τη θέλεις, είναι σίχαμα η λησμονιά.

Θέλεις να βουλιάξεις στη σιωπή, να μη μιλάς, ίσως για να κρατήσεις μια ασήμαντη πιθανότητα να συναντήσεις ότι χάθηκε. Αρνείται το μυαλό, αρνείται να δεχτεί το τι και το πως. Ένα στοίχημα έπαιξε, έτσι μου έγραφε υπερασπίζοντας τις επιλογές της, ένα στοίχημα που απλά το έχασε. Τι είναι ένα στοίχημα; Πόσο κόστος μπορεί να έχει; Μπόρεσε και στοιχημάτισε τη ζωή της, πως ακριβώς λέγεται αυτό; γενναιότητα, πείσμα ή αφέλεια για να μην πω κάτι άλλο. Φταίει κάποιος; Εδώ που τα λέμε, ναι φταίνε κάποιοι, εδώ και χρόνια, αλλά ποιός να το ομολογήσει και που να το πει; ή ήταν και το ότι είχε άθλιους κι ασυνείδητους συμβούλους και γιαλαντζί γιατρούς; Κι αν βρεθεί τι έχει φταίξει τι θα γίνει; Θα αλλάξει το τώρα; Θα ξαναρθεί πίσω να το κάνει αλλιώς; Δεν περιείχε «μετάνιωσα» αυτή η επιλογή πορείας, το σκέφτηκε αυτό άραγε;

Μου συνταράζει το είναι μου η σκέψη ότι ναι την έπαιξε σε στοίχημα τη ζωή της, πραγματικά έτσι ήταν γι’ αυτήν κι εγώ πίσω κοιτώ μαρμαρωμένη μια φωτογραφία της κι αναρωτιέμαι… «τι πήγες κι έκανες; με τι ακριβώς πήγες κόντρα;» αλλά δεν ακούω πια αντίλογο και θα το ήθελα τόσο πολύ, κι ας διαφωνούσαμε για μια φορά ακόμα για τις επιλογές της, η πρώτη θα ήταν; έλα, όμως, που ήταν η τελευταία μας και μοιάζει τόσο απίστευτο, τόσο απίθανο και είναι τόσο αμείλικτα πραγματικό, γαμώτο!

Κι οι γύρω, καλοπροαίρετα, συμβουλεύουν… να πας παρακάτω, να προχωρήσεις μπροστά… μη σκέφτεσαι, μην ψάχνεις δεν έχει νόημα, γιατί κάθεσαι και βασανίζεσαι… και θέλεις να ουρλιάξεις… έξω όλοιοιοιοιοιοιοι… αφήστε με ήσυχη και μόνη μου, στη σιωπή μου, χωρίς θόρυβο από φωνές. Πως ακριβώς γίνεται δηλαδή; Έτσι αβασάνιστα και αναίμακτα αποδέχεσαι ότι χάθηκε ένας άνθρωπος, ένας δικός σου άνθρωπος; ένας σύντροφος ψυχής στα τρυφερά δύσκολα χρόνια; ο μοναδικός σου αυτόπτης μάρτυρας; ποιός πίστευε ότι στους υπολογισμούς που κάναμε μαζί θα πέφταμε τόσο μέσα αλλά οι αφαιρέσεις αφορούσαν εκείνη;

Δε θες να πας παρακάτω, δε θέλεις να προχωρήσεις, το ξέρεις, το κατανοείς πως δεν είναι για πάντα, το ξέρεις λογικά ότι ο χρόνος φέρνει την όποια ίαση, η ζωή είναι πλανεύτρα, ο καημός που δε χωράει πουθενά είναι για κείνη που’ φυγε κι όχι για σένα που φιλοσοφείς τον πόνο σου! Αλλά… αλλά είναι σα να μη τη γουστάρεις τέτοια ίαση, τουλάχιστον όχι ακόμα γαμώτο! Αυτό νιώθεις και δε σε παρηγορεί καμμιά κουβέντα, μάλλον σε θυμώνει και μοιάζει σα να χτίζεις ντουβάρια ανάμεσα σε σένα και τους ανθρώπους και ίσως να τους κάνεις και να θυμώνουν μαζί σου αλλά δε σε νοιάζει, δε σ’ αγγίζει, δε σ’ ενδιαφέρει να είσαι όπως «πρέπει», όπως ένας δυνατός άνθρωπος «πρέπει» να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις! Άκουσες κι αυτό, «εσύ είσαι δυνατή, το άντεξες όλο αυτό τον καιρό και το ήξερες ότι θα γινόταν έτσι», και; τι σημαίνει αυτό; τι άλλο μπορούσε να γίνει; προσφέρθηκε κάποιος άλλος γι’ αυτή την ανάβαση και δεν το πρόσεξες; έπαιρνες δύναμη γιατί ήταν ζωντανή, γιατί άκουγες την ανάσα της και ήταν ανάγκη σου να είσαι δίπλα της, τώρα τι να την κάνεις τη δύναμή σου; σε τι βοηθάει; και τελικά γιατί να έχεις μόνο δύναμη; αναπηρία θυμίζει αυτό, κάτι σε μισό απ’ το ολόκληρο! Δε θέλεις πια να είσαι δυνατή, δηλώνεις κι αδύναμη, φαίνεται σα να σε στέγνωσε η τόση δύναμη σου! Θέλεις να ζήσεις το θρήνο σου,να περάσει στο πετσί σου το πόσο πολύτιμη υπήρξε για σένα και το λησμονούσες, να βουλιάξεις στο χάος της απώλειας, θέλοντας έτσι να την κρατήσεις λίγο ακόμα κοντά σου, μαζί σου, λίγο ακόμα σε μια ψευδαίσθηση πως υπάρχει κάτι απ’ αυτήν εδώ, έχεις ανάγκη ακόμα να χαϊδεύεις τα πράγματα που άγγιζε, που φόραγε, λάθος; σωστό; ποιός ορίζει το λάθος και το σωστό; ο καθένας είναι υπόλογος μόνο στον εαυτό του, μ’ αυτόν και μόνο έχει να κάνει τελικά, αυτός είναι που βασανίζει και βασανίζεται, που τυραννάει και τυραννιέται. Κι είναι τόσες οι σκέψεις, τόσος ο πόνος, τόσο πολύ το …τέλος! Ζήσε, λοιπόν, ζήσε ότι σου φέρνει η ζωή ακόμα κι αν είναι ο θάνατος, σύντροφοι αχώριστοι είναι, έτσι κι αλλιώς, οι δυό τους, εσύ δεν το’ χες πάρει χαμπάρι!

Κι έρχεται ξανά «ο ποιητής» και σου προσφέρει, ένα μικρό κάτι, ένα μικρό αχνό φως στο τούνελ:

«Αγκάλιασε σφιχτά τον εαυτό σου. Κρύψου κάτω απ’ το δέρμα σου.

Μέσα στις χούφτες σου.

Ζέστανε την ψυχή σου με την ανάσα σου.

Και σκέψου πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις,

μόλις περάσει η καταιγίδα.»

…και ξέρεις ότι θα περάσει κι αυτή η καταιγίδα, η πιο άγρια απ’ όλες που χτυπάει χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή θ’ αρχίσει να χαράζει το φως γιατί κι εκείνη έτσι θα το’ θελε!

«Ο ποιητής» είναι η Αλκυόνη Παπαδάκη στο «Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή», εκδόσεις Καλέντης, την ευχαριστώ που με συντροφεύει, με παρηγορεί και με χαϊδεύει πάντα στα ζόρικα ταξίδια μου κι ευχαριστώ και τη φίλη Φ. που μου την θύμισε.
Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η FROSSO λέει:

    ……..Μόλις περάσει η καταιγίδα…..θα περάσει?…..παραμυθιάζω τον εαυτό μου,αλλά υπάρχει αυτό το αμείλικτο «για πάντα»,που όταν καλούμαι να το συνειδητοποιήσω,με σκοτώνει γαμώτο!…..κ πονάω….

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η psycheandlife λέει:

      Τίποτα δεν κρατά για πάντα, καμμιά καταιγίδα και καμμιά ευτυχία.
      Μόνο ένα κρατάει για πάντα, ο θάνατος… κι εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί, αναπνέουμε και πορευόμαστε κι ας πονάμε.
      Αναρωτιέμαι μόνο πόσο ζωντανοί είμαστε κι αν όχι τώρα, σε μέρες που βουλιάζουμε αλλά όταν είμαστε σε ηλιόλουστες μέρες,
      πόσο πραγματικά ζούμε άραγε; είναι μια ερώτηση που πάει παρέα με το θάνατο, πόσο αξία δίνουμε στη ζωή μας και τι την κάνουμε όσο την έχουμε;

      Μου αρέσει!

  2. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Ό,τι ζούμε, ποτέ δεν ξεπερνιέται, ούτε ξεχνιέται. Γίνεται κομμάτι του εαυτού μας και ζει πάντα μέσα μας. Τι είμαστε, άλλωστε; Αυτό που μας ορίζει είναι αυτά που έχουμε ζήσει (στη φτωχή μου home-made φιλοσοφία). Γιατί να προσπαθήσεις να αποβάλλεις ή να ξεπεράσεις τον πόνο; Ζήσε τον και δέξου τον καινούργιο σου εαυτό, αυτόν που έχει και τον πόνο μέσα. Μπορεί να μην τον ήθελες ποτέ, τέτοιο πλούτο, αλλά τον έχεις τώρα. Προστέθηκε στον ήδη τεράστιο που είχες πριν… Φιλιά.

    Μου αρέσει!

  3. Ο/Η Μαρινα λέει:

    Εδω και καιρό, με καθηλώνεις , Μιμίκα μου (άσε με να σε πώ έτσι, μου βγαινει καλύτερα, ειδικά τωρα…). Διάβασα με προσοχή, μία μία λεξη, και αυτό το κείμενο (σου).

    «… Ζήσε, λοιπόν, ζήσε ότι σου φέρνει η ζωή ακόμα κι αν είναι ο θάνατος, σύντροφοι αχώριστοι είναι, έτσι κι αλλιώς, οι δυό τους, εσύ δεν το’ χες πάρει χαμπάρι! …»

    Δεν θα πώ άλλο, νομίζω οτι ξέρεις ακριβώς τι σκέφτηκα…

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η psycheandlife λέει:

      Ευχαριστώ που ανταποκρίνεσαι, είναι μια ικανοποίηση όταν εκτείθεσαι και μοιράζεσαι τα δύσκολα να έχεις ανταπόκριση.
      Δεν είμαι σίγουρη αν ξέρω τι ακριβώς σκέφτηκες μου αρκεί το ότι «μίλησε» το κείμενο και ίσως κάποια στιγμή μου πεις κι από κοντά.

      Μου αρέσει!

  4. Ο/Η Μαρινα λέει:

    Κάθε φορά, διαβάζω με ενδιαφέρον και προσοχή όλα τα κείμενα. Ακόμα και αν δεν σχολιάσω, να ξέρεις οτι ανταποκρίνομαι. Απλά, κάποιες φορές σε καλύπτει τόσο κατι, που είναι περιττό και να το αναφέρεις οτι συμβαίνει. Θα περιμένω να τα πούμε από κοντα. Όποτε εσύ μπορείς

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s