Θεραπευτής και θεραπευόμενος ως «συνταξιδιώτες»

Posted: Ιουνίου 4, 2011 in αποσπάσματα από βιβλία
Ετικέτες: , ,

Ο Andre Malraux, ο Γάλλος μυθιστοριογράφος, περιέγραψε κάποτε έναν ιερέα από την επαρχία, που συνόψισε τα όσα είχε διδαχτεί για την ανθρώπινη φύση ακούγοντας επί δεκαετίες τις εξομολογήσεις του κόσμου, ως εξής: ¨Πρώτα απ’ όλα, οι άνθρωποι είναι πολύ πιο δυστυχισμένοι απ’ ότι φαντάζεται κανείς» και «δεν υπάρχει αυτό που λέμε πραγματικά ενήλικος άνθρωπος«. Όλοι μας – κι όταν λέω όλοι, εννοώ τόσο οι θεραπευτές όσο και οι θεραπευόμενοι – είναι μοιραίο να βιώσουμε όχι μόνο τη χαρά της ζωής, αλλά και το αναπόφευκτο σκοτάδι της: την απομυθοποίηση, τα γηρατειά, την αρρώστια, τη μοναξιά, την απώλεια, την έλλειψη νοήματος, τις οδυνηρές αποφάσεις και το θάνατο.
Κανείς δεν έχει διατυπώσει τα πράγματα πιο καθαρά και πιο ωμά από τον Γερμανό φιλόσοφο Arthur Schopenhauer:

Στη νεαρή μας ηλικία, καθώς φανταζόμαστε τη ζωή μας που έρχεται, είμαστε σαν παιδιά σ’ ένα θέατρο, πριν σηκωθεί η αυλαία, που κάθονται ενθουσιασμένα, και περιμένουν ανυπόμονα ν’ αρχίσει το έργο. Είναι ευτύχημα που δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται να συμβεί στην πραγματικότητα. Αν μπορούσαμε να το προβλέψουμε, τότε κάποιες φορές τα παιδιά αυτά θα έμοιαζαν με φυλακισμένους, καταδικασμένους όχι στο θάνατο αλλά στη ζωή. Και προς το παρόν χωρίς επίγνωση του τι σημαίνει αυτή η καταδίκη τους.
Και αλλού:
Είμαστε σαν τα πρόβατα, που παίζουν μες στο λιβάδι μπροστά στα μάτια του σφαγέα, ενώ αυτός διαλέγει ποιό θα σφάξει πρώτο και ποιό δεύτερο. Έτσι κι εμείς στις καλές μας μέρες δεν έχουμε συναίσθηση του κακού που μπορεί να μας επιφυλάσσει το Πεπρωμένο – αρρώστια, φτώχεια, παραμόρφωση, τύφλωση, απώλεια της λογικής.
Παρόλο που η θέση του Σοπενάουερ χρωματίζεται έντονα από την προσωπική του δυστυχία, είναι δύσκολο ν’ αρνηθούμε ότι η απόγνωση είναι εγγενής στη ζωή κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Πολλές φορές η γυναίκα μου κι εγώ διασκεδάζαμε σχεδιάζοντας φανταστικά δείπνα για ομάδες γνωστών μας που τους  συνδέουν παρόμοιες τάσεις – για παράδειγμα τραπέζια για ανθρώπους καταβροχθιστικούς, για τρομερούς νάρκισσους, για βιρτουόζους της παθητικής επιθετικότητας ή αντίθετα, προγραμματίζοντας ένα «τραπέζι της χαράς» στο οποίο θα καλέσουμε μόνο τους αληθινά χαρούμενους ανθρώπους που έχουμε στην προσπάθειά μας να συμπληρώσουμε διάφορα ιδιόμορφα τραπέζια. Το μόνο τραπέζι που ποτέ δεν καταφέραμε να γεμίσουμε ολόκληρο ήταν το τραπέζι της χαράς. Κάθε φορά που βρίσκουμε μερικούς χαρούμενους από χαρακτήρα ανθρώπους και τους βάζουμε σε λίστα αναμονής, συνεχίζοντας την αναζήτηση μας ώσπου να συμπληρωθεί το τραπέζι, ανακαλύπτουμε ότι κάποια στιγμή ο ένας ή ο άλλος απ’ τους χαρούμενους καλεσμένους μας δέχεται ένα χτύπημα από κάποια μεγάλη αντιξοότητα της ζωής – συχνά μια σοβαρή ασθένεια είτε προσωπική του είτε του παιδιού ή του συντρόφου του.

Αυτή η τραγική αλλά ρεαλιστική άποψη της ζωής επηρεάζει από παλιά τη σχέση μου με όσους ζητούν τη βοήθειά μου. Παρόλο που υπάρχουν πολλοί όροι για την περιγραφή της θεραπευτικής σχέσης («θεραπευόμενος/θεραπευτής», «πελάτης/ειδικός», «αναλυόμενος/αναλυτής», «πελάτης/διευκολυντής*» ή το πιο πρόσφατο – και απείρως απωθητικό – «χρήστης/προμηθευτής**«), κανένας απ’ αυτούς δεν αποδίδει ακριβώς την αίσθησή μου για τη θεραπευτική σχέση. Αντίθετα, προτιμώ να σκέφτομαι τους ασθενείς μου κι εμένα ως συνταξιδιώτες, έναν όρο που καταργεί τις διακρίσεις ανάμεσα σ’ «εκείνους» (τους πάσχοντες) και σ’ «εμάς» (τους θεραπευτές). Στη διάρκεια της εκπαίδευσης μου άκουγα συχνά να μιλούν για τον «πλήρως αναλυμένο θεραπευτή», προχωρώντας όμως στη ζωή μου και δημιουργώντας στενές σχέσεις με πολλούς συναδέλφους μου θεραπευτές, γνωρίζοντας σιγά σιγά τις αυθεντίες του κλάδου, και όταν πια με καλούσαν με τη σειρά μου να προσφέρω βοήθεια στους πρώην θεραπευτές μου και δασκάλους μου, όταν έγινα κι εγώ δάσκαλος και σεβάσμιο πρόσωπο, έφτασα να συνειδητοποιήσω πόσο μυθική είναι αυτή η έννοια. Είμαστε όλοι στην ίδια μοίρα και κανένας θεραπευτής – και κανένας άνθρωπος – δεν είναι άτρωτος από τις εγγενείς τραγωδίες της ύπαρξης.

Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες θεραπείας είναι η ιστορία του Ιωσήφ και του Δίωνα, δύο ονομαστών θεραπευτών που ζούσαν στη βιβλική εποχή, από το βιβλίο Magister Ludi του Hermann Hesse. Ήταν κι οι δυό πολύ αποτελεσματικοί, δούλευαν όμως με διαφορετικό τρόπο. Ο νεότερος, ο Ιωσήφ, θεράπευε προσφέροντας μια ακρόαση σιωπηλή και εμπνευσμένη. Οι προσκυνητές του είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη. Η οδύνη και η αγωνία που πλημμύριζαν τ’ αυτιά του εξαφανιζόταν σαν το νερό στην άμμο της ερήμου και οι μετανοούντες έφευγαν έπειτα αδειασμένοι και ήρεμοι. Ο Δίων απ’ την άλλη μεριά, ο μεγαλύτερος σε ηλικία θεραπευτής, ερχόταν σε ενεργητική αντιπαράθεση μ’ εκείνους που ζητούσαν τη βοήθειά του. Μάντευε τις ανομολόγητες αμαρτίες τους. Ήταν σπουδαίος δικαστής, τιμωρός, επικριτής και αναμορφωτής, και τους θεράπευε μέσω μιας ενεργητικής παρέμβασης. Συμπεριφερόταν στους μετανοούντες σαν σε παιδιά, έδινε συμβουλές, τους τιμωρούσε ορίζοντάς τους μετάνοιες, διέταζε προσκυνήματα και γάμους και υποχρέωνε εχθρούς να συμφιλιωθούν.
Οι δυό θεραπευτές δεν είχαν γνωριστεί ποτέ και για πολλά χρόνια δούλευαν ως ανταγωνιστές, ώσπου ο Ιωσήφ αρρώστησε ψυχικά, έπεσε σε μεγάλη απόγνωση και τον κατέκλυσαν σκέψεις αυτοκαταστροφής. Ανίκανος να θεραπεύσει τον εαυτό του με τις δικές του θεραπευτικές μεθόδους, πήρε το δρόμο για το Νότο να ζητήσει βοήθεια απ’ τον Δίωνα.
Στη διάρκεια του ταξιδιού του, ο Ιωσήφ ξεκουράστηκε ένα βράδυ σε μιαν όαση, όπου έπιασε κουβέντα μ’ έναν μεγαλύτερο ταξιδιώτη. Όταν του μίλησε για το σκοπό και τον προορισμό του, ο ταξιδιώτης προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να βρει τον Δίωνα. Αργότερα, στη μέση του μεγάλου ταξιδιού τους, ο γέρος ταξιδιώτης του αποκάλυψε ποιός ήταν. Mirabile dictu: ήταν ο ίδιος ο Δίων – ο άνθρωπος που αναζητούσε ο Ιωσήφ.
Ο Δίων προσκάλεσε χωρίς να διστάσει τον νεαρό και απελπισμένο ανταγωνιστή του στο σπίτι του, όπου έζησαν και δούλεψαν μαζί για πολλά χρόνια. Στην αρχή του ζήτησε να εργαστεί ως υπηρέτης του. Αργότερα τον προήγαγε σε μαθητή του και αργότερα τον έκανε και ισότιμο συνεργάτη του. Έπειτα από πολλά χρόνια ο Δίων αρρώστησε και στο κρεβάτι του θανάτου του φώναξε τον νεαρό συνεργάτη του για να του εξομολογηθεί. Αναφέρθηκε στην τρομερή αρρώστια που είχε πάθει παλιά ο Ιωσήφ και στο ταξίδι του προς τον γέρο Δίωνα, για να ζητήσει βοήθεια. Αναφέρθηκε σ’ αυτό που ο Ιωσήφ είχε θεωρήσει θαύμα, δηλαδή στην καλή τύχη, συνταξιδιώτης του και οδηγός του να είναι τελικά ο ίδιος ο Δίων.
Τώρα που πέθαινε, είχε έρθει η ώρα να λύσει ο Δίων τη σιωπή του. Ομολόγησε στον Ιωσήφ πως κι εκείνος το είχε τότε θεωρήσει θαύμα, γιατί βρισκόταν κι ο ίδιος σε απόγνωση. Κι ο Δίων ένιωθε άδειος και απονεκρωμένος ψυχικά και, μη μπορώντας να βοηθήσει τον ευατό του, είχε ξεκινήσει για να ζητήσει βοήθεια. Τη νύχτα που συναντήθηκαν στην όαση, βρισκόταν καθ’ οδόν για να συναντήσει έναν διάσημο θεραπευτή ονόματι Ιωσήφ.

Ο μύθος του Έσσε με συγκινεί πάντα μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Τον θεωρώ βαθιά διαφωτιστική δήλωση για την παροχή και την αποδοχή βοήθειας, για την ειλικρίνεια και την υποκρισία και για τη σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου. Οι δυό άνθρωποι έλαβαν σημαντική βοήθεια αλλά με διαφορετικό τρόπο. Ο νεότερος θεραπευτής βρήκε κάποιον που τον έθρεψε, τον γαλούχησε, τον δίδαξε, υπήρξε μέντορας και γονιός του. Ο μεγαλύτερος απ’ την άλλη μεριά, βοηθήθηκε υπηρετώντας κάποιον άλλο, έχοντας έναν μαθητή, ο οποίος του πρόσφερε την αγάπη ενός γιού, σεβασμό και βάλσαμο για την απομόνωσή του.

Καθώς ξανασκέφτομαι όμως την ιστορία, αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτοί οι δυό πληγωμένοι θεραπευτές δεν θα μπορούσαν να είναι ακόμα πιο χρήσιμοι ο ένας για τον άλλο. Ίσως να έχασαν την ευκαιρία για κάτι βαθύτερο, πιο αυθεντικό, πιο ισχυρά μεταλλακτικό. Ίσως η αληθινή θεραπεία να συνέβη στη σκηνή του θανάτου, όταν μπόρεσαν να είναι ειλικρινείς μεταξύ τους με την αποκάλυψη πως ήταν συνταξιδιώτες, πως ήταν απλοί άνθρωποι, υπερβολικά άνθρωποι. Τα είκοσι χρόνια μυστικότητας, όσο κι αν τους βοήθησαν, ίσως να εμπόδισαν και να απέτρεψαν ένα βαθύτερο είδος βοήθειας. Τι θα γινόταν, αν η επιθανάτια εξομολόγηση του Δίωνα είχε συμβεί είκοσι χρόνια νωρίτερα, αν ο θεραπευτής κι εκείνος που τον αναζητούσε είχαν ενωθεί για να αντιμετωπίσουν τα ερωτήματα που δεν έχουν απάντηση;

Όλ’ αυτά απηχούν τα γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή του Ρίλκε, όπου συμβουλεύει: «Έχε υπομονή με ό,τι δεν έχει επιλυθεί και προσπάθησε ν’ αγαπήσεις τα ίδια τα ερωτήματα». Θα πρόσθετα: «Προσπάθησε ν’ αγαπήσεις κι εκείνους που ρωτούν».

* «διευκολυντής» είναι η μετάφραση του «facilitator», ορολογία της προσωποκεντρικής προσέγγισης του Carl Rogers
**«προμηθευτής υπηρεσιών ψυχικής υγείας» είναι η ορολογία που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι διαχειριστές των οικονομικών της υγείας στη Β. Αμερική κυρίως.

Από το βιβλίο του Irvin D. Yalom: ¨Το δώρο της ψυχοθεραπείας», εκδόσεις Άγρα.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s